Όταν κυκλοφόρησε το Doom (1993) στους υπολογιστές αποτέλεσε το ορόσημο για ένα ολόκληρο είδος παιχνιδιών. Στο εξής, οτιδήποτε χρησιμοποιούσε first person προοπτική και διέθετε οπλοστάσιο γινόταν λόγος για.. «Doom clone». Λίγα χρόνια αργότερα, όταν κυκλοφόρησε το Duke Nukem 3d (1996) χαρακτηρίστηκε από μεγάλη μερίδα του Τύπου ως.. Doom-killer. Ακόμα περισσότερα χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε το Dark Souls και… oh, you get the idea. Θα μπορούσα να αναφέρω δεκάδες παραδείγματα αλλά για τις ανάγκες της παρουσίασης θα περιοριστώ στο.. Zelda clone, έναν χαρακτηρισμό που εντοπίζουμε κατά καιρούς αφού τα παιχνίδια του είδους αφθονούν. Δεν είμαι αντίθετος ως προς τους συγκριτικούς έστω όρους αφού είναι αναπόφευκτες οι ειδολογικές αυτές συγκρίσεις προς χάριν της οικονομίας και της κατάταξης άρα πρόκειται για καθαρά πρακτικό ζήτημα. Αυτό, όμως, που θα με βρίσκει επιμελώς απέναντι είναι η υποβάθμιση, η περιφρόνηση και ο αποκλεισμός οποιουδήποτε τίτλου μόνο και μόνο επειδή αναφέρεται σε στοιχεία που έχουν ήδη παρουσιαστεί σε αντίστοιχες υλοποιήσεις του είδους. Όλα έχουν την αναφορά τους σε κάτι προγενέστερο, δεν ανακαλύφθηκε ξαφνικά η Αμερική. Για να μη μακρηγορώ, ο ανθρώπινος πολιτισμός πάντα θα υπόκειται στη συνέχεια μέσω της επανάληψης δομώντας κάθε φορά κάτι ελάχιστα διαφορετικό όχι εκ του μηδενός αλλά πάντα μέσα από τη διαλεκτική της παγκόσμιας κουλτούρας.


Το Ocean’s Heart κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 2021 για το PC και από τότε δημοσιεύτηκαν πολλά reviews με τα περισσότερα να αποπνέουν θετική αύρα και με κάποια να αναλώνονται στην επισήμανση.. ομοιοτήτων με το Zelda: A Link to the past. Duh! Αυτή η παρουσίαση ΔΕΝ θα αναλωθεί στο πόσο «αντέγραψε» το προαναφερθέν κλασικό παιχνίδι γιατί είναι ανούσιο και άδικο και αν όλα τα παραπάνω καταλαμβάνουν περισσότερο χώρο από την κύρια παρουσίαση δεν πειράζει. Την επόμενη φορά θα έχετε αντιληφθεί γιατί δεν θα αναφέρομαι με ζήλο στο παιχνίδι «πρότυπο» ιδιαίτερα όταν πρόκειται για indie παραγωγές.
Η Tilia ορμώμενη από το χωριό Limestone, το οποίο δέχτηκε τη σφοδρή επίθεση του πειρατή Blackbeard, αναζητά μάταια τη φίλη της Hazel. Αφού όλοι αντιλαμβάνονται ότι έχει απαχθεί από τους σημαιοφόρους του Jolly Roger, ο πατέρας της Tilia θα εγκαταλείψει το νησί για να την σώσει χωρίς, ωστόσο, να δώσει ξανά σημεία ζωής για τους επόμενους έξι μήνες. Η Tilia θορυβείται από αυτή την σιγή ασυρμάτου και αποφασίζει να αναλάβει δράση. Αποπλέει από το νησί και ξεκινά το ταξίδι της ώστε να εντοπίσει τόσο την Hazel όσο και για τον αγνοούμενο πλέον πατέρα της. Αν και αρχικά φαντάζει απλοϊκή η κύρια ιστορία στη συνέχεια ξεδιπλώνεται η μεγαλύτερη εικόνα.
Θα επισκεφτείτε ποικίλα νησιά και χερσαία μέρη όπου οι προκλήσεις και οι αναμετρήσεις περιλαμβάνουν τόσο trigger/pushing based, κυρίως, puzzles όσο και μια ομολογουμένως ευρεία γκάμα από εχθρούς, θα αναπληρώσετε κοιμώμενοι health σε πανδοχεία, θα διαλεχθείτε με NPCs που σας αναθέτουν quests και λοιπά. You get the idea, again. Τα quests, λοιπόν, διακρίνονται, όπως ήταν αναμενόμενο, σε main και side με τα δεύτερα να έχουν μεν ποικιλία αλλά να είναι λίγο έως πολύ αδιάφορα εκτός από κάποιες ελάχιστες και ιδιαίτερες περιπτώσεις. Σε γενικές γραμμές, το αλυσιδωτό main quest εξελίσσεται σύμφωνα με το σχήμα exploring dungeon-finding plot item-return to the world με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την επαναληψιμότητα του gameplay. Προσωπικά, δεν απογοητεύτηκα από αυτή την εξέλιξη (αν μπορεί να την χαρακτηρίσει κανείς έτσι) αφού γνώριζα περί τίνος πρόκειται ώστε να παρουσιάσω το παιχνίδι. Βλέπετε, και για να επανέλθω στην εισαγωγή έστω για λίγο, η εκτέλεση ακόμα και μιας κατά κόρον χρησιμοποιούμενης τριπλέτας ιδέας-gameplay-mechanic είναι σαφώς σημαντική. Εξαρτάται, όμως, πάντα με το αν θες να δώσεις μια ευκαιρία στον developer και όχι τόσο στο καθεαυτό παιχνίδι αλλά δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος για περαιτέρω αναλύσεις.


Στο επίπεδο του gameplay -τόσο οι αρχάριοι όσο και οι θιασώτες του είδους- δεν θα αντιμετωπίσετε κανένα απολύτως ζήτημα· με τα skills να ξεκλειδώνονται στην πορεία, όπως bow, bombs, boomerang και άλλα, θα ανακαλύψετε διαφορετικούς τρόπους διάδρασης με το περιβάλλον -κυρίως σε ό,τι αφορά μυστικά και παγίδες- και νέες δυνατότητες στις επιθέσεις/αντεπιθέσεις. Βασικό στοιχεία combat αποτελεί η κλασική επίθεση με το εκάστοτε weapon και οι «like a rolling stone» αναπηδήσεις προς αποφυγή των εχθρών και εμποδίων. Ένα επιπλέον στοιχείο είναι τα crafting skills με τα οποία θα δημιουργείτε κυρίως potions μέσω συνταγών. Οι παραπάνω θα είναι ήδη γνωστές οπότε το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να συλλέξετε τα απαιτούμενα υλικά. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει πληθώρα potions πράγμα που μου δημιούργησε αμηχανία καθώς δεν είναι ιδιαίτερα χρήσιμα λόγω του χαμηλού επιπέδου ευκολίας.
Τα γραφικά στοιχεία του Ocean’s Heart χωρίς να αποτελούν κάτι το ιδιαίτερο παραμένουν χαριτωμένα με την ζωντάνια της χρωματικής παλέτας και των χαρακτήρων να δημιουργούν ευχάριστο περιβάλλον και επιπλέον η top-down 2D προοπτική works like a charm. Η μουσική υπόκρουση είναι πολύ καλή και θα σας συνοδεύσει σε ολόκληρο το ταξίδι σας, τα δε sound effects είναι αξιοπρεπή με εκείνα των εκρήξεων και των καιρικών φαινομένων να ξεχωρίζουν. Τα κείμενα των διαλόγων παρουσιάζονται απλοϊκά και κατανοητά δίχως ανούσιους βερμπαλισμούς για να καλύψει μειονεκτήματα. Η απόδοση στο Nintendo Switch ήταν η αναμενόμενη αν και δε μπορώ να αγνοήσω κάποιες καθυστερήσεις κατά την εναλλαγή των οθονών.
Καταλήγοντας, το Ocean’s Heart αποτελεί ένα διασκεδαστικό παιχνίδι που αν και σύντομο σε διάρκεια θα σας χαρίσει όμορφες στιγμές. Αν αυτό το review σας φάνηκε κάπως ιδιόμορφο καλώς σας φάνηκε. Κάποιες φορές οφείλουμε να παραμένουμε εντός θέματος σχολιάζοντας παράλληλα -με διάφορες αφορμές- και τα τεκταινόμενα τόσο στη βιομηχανία και πολύ περισσότερο ό,τι συμβαίνει στις κοινότητες και την κουλτούρα που αυτές προδιαγράφουν εις βάρος άλλων παιχνιδιών. Ας μην είμαστε μόνο ελαστικοί με τα hyped και high budget projects που κυκλοφορούν εδώ και χρόνια ανολοκλήρωτα.



Ευχαριστούμε θερμά την Nordcurrent για τη διάθεση του παιχνιδιού.

