Η ενήλικη ζωή είναι δύσκολη. Κάθε μέρα σχεδόν, περνάω χρόνο προσπαθώντας να σκάψω αναμνήσεις, να θυμηθώ τις ωραίες μέρες και πόσο μάλλον να ξανανιώσω εκείνο το αίσθημα ελευθερίας και ξεγνοιασιάς. Για όσους έχουν μεγαλώσει σε χωριό, αυτές οι αναμνήσεις γίνονται ακόμα πιο έντονες μέσα στην σκληρή καθημερινότητα μιας μεγάλης πόλης ενώ όσοι μεγάλωσαν σε πόλεις επιθυμούν απλά να βιώσουν την ηρεμία που προσφέρουν τα πιο ήσυχα γεγονότα και μέρη που μπορεί να έτυχε να επισκεφθούν στην ζωή τους.
Μια τέτοια ιστορία θα μπορούσε να θεωρηθεί και εκείνη του Dordogne, μιας ιστορίας γεμάτης αναμνήσεις, νοσταλγία και ομορφιά. Είναι ένα ταξίδι στο ρυάκι της ζωής, ένα ρυάκι γεμάτο ανθρώπους, μέρη και καταστάσεις που μας οδηγούν αργά ή γρήγορα στους ανθρώπους που είμαστε σήμερα. Η Umanimation σε συνεργασία με την Un Je Ne Sais Quoi μεταφέρουν σε κονσόλες και υπολογιστές μια πρωτόγνωρη ιστορία γεμάτη νερομπογιές, αλληλεπιδράσεις και αρκετά συναισθήματα.

H ιστορία του Dordogne μας ταξιδεύει στην Γαλλία και συγκεκριμένα στην περιοχή της Δορδόνης που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης και λαμβάνει το όνομά της από τον ποταμό Ντορντόνι. Η πρωταγωνίστρια της ιστορίας μας, η Mimi μένει πλέον στην πόλη στην ηλικία των 30 και μαθαίνει για τον χαμό της γιαγιάς της, Nora. Η Nora αφήνει πίσω στο παλιό σπίτι ένα γράμμα για την Mimi με την πρωταγωνίστρια να θέλει να επιστρέψει για να το διαβάσει. Ο πατέρας της Mimi ωστόσο είναι κάθετος στο να μην πάει να βρει το γράμμα και να κόψει οποιαδήποτε επιθυμία να γυρίσει στο Γαλλικό νομό λόγω μιας διαμάχης που είχε ο ίδιος με την γιαγιά της – και γενικά, δεν είναι και ο καλύτερος άνθρωπος. Ο λόγος κρύβεται πίσω από τις θολές αναμνήσεις της Mimi με αποτέλεσμα η επιστροφή να είναι η μόνη λύση για να θυμηθεί όλα όσα χρειάζεται.
Η διήγηση ξετυλλίγεται με δυο διαφορετικούς τρόπους – την Mimi ως ένα 12άχρονο κορίτσι και την ενήλικη εκδοχή της. Η μεγαλύτερη διάρκεια του χρόνου είναι στην μικρή ηλικία, εκεί όπου θα πάρουμε μέρος σε διάφορες δραστηριότητες, θα γνωρίσουμε διάφορες προσωπικότητες και θα ανακαλύψουμε εργαλεία και κειμήλια που θα μας βοηθήσουν στην αναζήτησή μας. Κάθε ανάμνηση αποτελεί και μια διαφορετική ημέρα από το καλοκαίρι και αποτυπώνεται στις σελίδες ενός λευκώματος. Αφού μαζέψουμε όλα τα αντικείμενα, τις φωτογραφίες και τις στιγμές που θα ζήσουμε τις τοποθετούμε μέσα σε αυτό και δημιουργούμε ένα κολάζ με φωτογραφίες, ηχογραφήσεις, αυτοκόλλητα και ποιήματα.

Κάθε μέρα όμως δεν είναι τόσο γεμάτη όσο θα θέλαμε. Με τις δραστηριότητες να ξετυλλίγονται σταδιακά, καλούμαστε να επιλέξουμε μερικά μόνο από τα παραπάνω αντικείμενα τα οποία μπορούμε να συμπεριλάβουμε. Τα αυτοκόλλητα ή οι φωτογραφίες είναι περιορισμένες ακόμα και αν δεν έχουμε βρει όλα όσα μας προσφέρονται στην εκάστοτε περιοχή. Επιλέγουμε εμείς ποια εικόνα θα τραβήξουμε ή ποιο ηχητικό θα τραβήξουμε και εν τέλει θα πρέπει να επιλέξουμε μόνο ένα από αυτά για να βάλουμε στο λεύκωμα.
Οι επιλογές αυτές μπορεί να οδηγήσουν σε συγκεκριμένα αποτελέσματα και έτσι κάθε playthrough μπορεί να είναι ελαφρά διαφορετικά. Αυτό συμβαίνει διότι η ενήλικη Mimi θα θυμηθεί αυτές τις αναμνήσεις ή διαφορετικά θα γίνει πιο αδύναμη στην θέαση πιο ευάλωτων ή συγκινητικών στιγμών.
Ωστόσο, το ερώτημα του γιατί ο πατέρας της Mimi μισεί την γιαγιά της πέφτει στο “σκοτάδι” μιας και όσο προχωράμε γενιούνται νέα μυστήρια τα οποία ενισχύονται όσο φτάνουμε στο τέλος του παιχνιδιού. Δυστυχώς όμως, αυτή η διάρκεια και το ξετύλιγμα των γεγονότων αφήνει πολλούς χαρακτήρες ανεκμετάλλευτους ή υποανεπτυγμένους σε σημείο που είτε να μην μας ενδιαφέρουν είτε να μην τους θυμάται καλά-καλά η ίδια η πρωταγωνίστρια.

Το γενικότερο gameplay έχει να κάνει με την συλλογή των διαφόρων αντικειμένων και με την επίλυση εξαιρετικά απλών puzzle μέσα από quick-time events ή button prompts που μας δίνουν οδηγίες για το πως θα τα λύσουμε. Υπάρχει μια μίξη touchscreen controls με κουμπιά και κινήσεις που άλλες φορές είναι αργές ενώ άλλες γίνονται μονότονες και μας αφήνουν να ζητάμε κάτι παραπάνω. Απλές πράξεις όπως το ανοίγουμε τις πόρτες γίνονται αρκετά γρήγορα και στην συνέχεια θα βρούμε άλλες πόρτες που θέλουν ασταμάτητο κούνημα για να ανοίξουν ή ακόμα χειρότερα να κόψουμε κάποιο τρόφιμο στην εντέλεια.
Μια εξίσου μονοτονία διακρίνεται και στην κίνηση της ηρωίδας στις ‘σελίδες’ της διήγησης αφού υπάρχουν στιγμές που περπατάει ή κινείται πολύ αργά για μεγάλο χρονικό διάστημα σε σημείο που γίνεται είτε (εξίσου) μονότονο είτε εκνευριστικό.

Στον τομέα όμως που το Dordogne “λάμπει” είναι τα γραφικά και τα σχέδιά του. Ο σχεδιαστής του παιχνιδιού, Cedric Babouche, περιγράφει το στυλ που χρησιμοποίησε αλλά και τις νερομπογιές ως “ακατάστατο, όπως και τα συναισθήματά μας”. Αυτή η φράση αποτυπώνεται από την αρχή μέχρι το τέλος με έντονα χρώματα για την παιδική ηλικία ή μια θολούρα που συνδέεται με τις ξεχασμένες αναμνήσεις και όσο βαδίζουμε προς την ενήλικη ζωή αυτά τα χρώματα χάνονται και αντικαθιστώνται από πιο μουντές αποχρώσεις. Με μια πρώτη ματιά, νομίζουμε πως βρισκόμαστε στις σελίδες ενός μπλοκ ακουαρέλας, με τα χρώματα να δίνουν ιδιαίτερη ζωή σε περιοχές και χαρακτήρες και να καθιστούν την συνολική εμπειρία ένα εξαιρετικό αρτιστικό ταξίδι.
Σε γενικές γραμμές, το Dordogne είναι ένας τίτλος που απευθύνεται κυρίως στους λάτρεις των συναισθηματικών ιστοριών και στους λάτρεις της τέχνης. Ο Cedric Babouche έχει αποδώσει μια πανέμορφη ιστορία που εικαστικά θα μας κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον και θα μας ωθήσει να την ανακαλύψουμε και να ξεδιπλώσουμε οτιδήποτε νέο έχει να μας προσφέρει. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο τελειώνει η ιστορία σε συνδυασμό με την διάρκειά της, τους δευτερεύοντες χαρακτήρες και ορισμένα προβλήματα στον χειρισμό το απομακρύνουν από την τελειότητα.



Ευχαριστούμε την AVE για την παραχώρηση του παιχνιδιού.