Going Deep – Επιλεκτική Μνήμη

Γράφει ο/η FiOth

Πριν από λίγες ημέρες η CD Projekt RED έδωσε στον λαό της Night City την πολυπόθητη και πολυαναμενόμενη αναβάθμιση του Cyberpunk 2077 για τις κονσόλες νέας γενιάς. Η κυκλοφορία της συνδεδεμένη με αυτή της έκδοσης 1.5, μιας έκδοσης η οποία βελτιστοποιεί πολλούς μηχανισμούς και “καθαρίζει” αισθητά το gameplay. Τι κέρδισαν ωστόσο οι καταναλωτές που αγόρασαν τον τίτλο της εταιρείας στο πλήρες κόστος πριν από σχεδόν ενάμιση χρόνο; Σε τι βαθμό αποκαθίσταται η εσκεμμένη εξαπάτηση που διεπράχθη σε βάρος τόσων παικτών;

Το νέο artwork είναι το μόνο πράγμα στο οποίο όλοι μπορούν να συμφωνήσουν πως είδαμε βελτίωση

Στο σημερινό κείμενο δε θα ασχοληθούμε με το αν το CP2077 ήταν ή είναι ο τίτλος που μας υποσχέθηκαν οι Πολωνοί το 2013. Αυτό το θέμα έχει συζητηθεί και εξαντληθεί (με κάθε πιθανή ετυμολογία) εδώ και αρκετό καιρό. Αυτό στο οποίο θα θέλαμε να σταθούμε ωστόσο είναι κατά πόσο το κοινό “συγχώρεσε” το υπεύθυνο studio, σε τι βαθμό αυτό ήταν προβλεπόμενο από την πλευρά των επενδυτών που προκάλεσαν την όλη κατάσταση και τι μπορεί να μας διδάξει το σενάριο αυτό ενώ παρατηρούμε τις τάσεις της αγοράς.

Το CP2077 εξακολουθεί να είναι το πιο μεγαλεπήβολο πόνημα της RED. Για τη δημιουργία του διατέθηκαν τεράστια ποσά, αφιερώθηκαν άπειρες εργατοώρες και ξενύχτησαν πολλοί εργαζόμενοι. Όταν κυκλοφόρησε – στην κατάσταση που κυκλοφόρησε – οι υπεύθυνοι ξέρανε πάρα πολύ καλά τι κάνανε. Δεν υπάρχει περίπτωση άνθρωπος που είναι ικανός να δέσει τα κορδόνια του (πόσο μάλλον να διοικήσει πολυεθνική εταιρεία) να μην ήταν σε θέση να παρατηρήσει πως θα πουλούσαν ένα μη λειτουργικό προϊόν σε τόσους αγοραστές. Ωστόσο, το έκαναν. Το έκαναν και στη συνέχεια αποπειράθηκαν να το “μαζέψουν”, να “απολογηθούν” και να ξεπλύνουν τους προγραμματιστές και λοιπούς καλλιτέχνες ως αθώους, επικαλούμενοι την ευθύνη των υψηλά ιστάμενων. Από όλα τα παραπάνω, μόνο το τελευταίο επιχείρημα φέρει αλήθεια. Το πρόβλημα ωστόσο, έγκειται αλλού. Για να πάρει η εταιρεία αυτόν τον ενάμιση χρόνο προκειμένου να κυκλοφορήσει τώρα το προαναφερθέν upgrade, πάει να πει πως ήξερε ένα πράγμα: Οι παίκτες ξεχνούν.

Και πέρυσι το ίδιο ήταν. Γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε;

Αν λάβουμε σαν κριτήριο τη δύναμη που ασκεί το marketing στον μέσο εγκέφαλο και χρησιμοποιήσουμε σαν δεδομένο το πόσο πρόθυμος είναι ο μέσος καταναλωτής να τα “ακουμπάει” για το ίδιο φεστιβάλ μπαλισμού κάθε χρόνο (ασχέτως ποιότητας φυσικά) μπορούμε να οδηγηθούμε σε κάποια συμπεράσματα. Χαρακτηριστικότερο εξ αυτών αποτελεί η διάθεση ενθουσιασμού μεγάλου μέρους του καταναλωτικού κοινού, κοινού έτοιμου να εκθειάσει την αναβάθμιση του τίτλου του 2020. Πολλοί εξ αυτών ήταν οργισμένοι κι απογοητευμένοι, όμως μόλις προσφέρθηκε το κλαρί ελιάς, όλα έγιναν και πάλι καλά. Αθώος ο κατηγορούμενος. Περνά από το μυαλό άραγε πολλών το κατά πόσο αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα ήταν εξ αρχής το υπολογισμένο ρίσκο; Κατά πόσο ήταν σημαντικό εκείνη την περίοδο η εταιρεία να σημειώσει Χ αριθμό πωλήσεων, ασχέτως κόστους εικόνας ή αξιοπιστίας;

Η τρομακτική διαπίστωση όλων των άνωθεν συλλογισμών είναι πως την εποχή των ημιτελών κυκλοφοριών, του ανεξέλεγκτου DLC και της “άνθισης” των NFTs, οι μεγάλες εταιρείες θα βρίσκουν όλο και περισσότερους – και πιο περίτεχνους – τρόπους για να μας εξαπατούν. Όλοι αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία, όμως το κατά πόσο η καταστροφή μπορούσε να αποφευχθεί κι εν τέλει προχώρησε με τις ευλογίες του κεφαλαίου εκθέτει κάτι όσον αφορά στο ήθος των εμπλεκόμενων. Στο κυνήγι του μεγαλύτερου κομματιού της αγοραστικής πίτας, φυσικά, η κάθε εταιρεία έχει σαν υπαρξιακό αυτοσκοπό το κέρδος. Καλό είναι λοιπόν να μην ξεχνάμε τη δική μας θέση στην εξίσωση.

To γεγονός πως ο πιο πρόσφατος τίτλος της ID Software, υπό την ομπρέλα της πολύ ένοχης Bethesda, κυκλοφόρησε στην αξιοπρεπέστατη κατάσταση που είδαμε αποτελεί αίνιγμα. Σε κάθε δυσάρεστο κανόνα υπάρχουν – ευτυχώς – εξαιρέσεις

Ο καταναλωτής, είτε πρόκειται για gamer ή αγοραστή ζαρζαβατικών, δικαιούται να λαμβάνει στο… ταμείο το προϊόν για το οποίο πληρώνει, εκείνη τη δεδομένη στιγμή. Η ιστορία του Cyberpunk 2077 μας θυμίζει πως είμαστε διατεθειμένοι να προσπεράσουμε και να λησμονήσουμε πολλά, αρκεί το κόκαλο που θα μας πετάξουν εν τέλει να είναι γευστικό στον επιθυμητό βαθμό. Το κατά πόσο η CDPR κατάφερε να ανατρέψει το χάλι της και να ξαναβάλει το πλοίο σε πορεία είναι ανοιχτό προς συζήτηση. Αυτό που ζήσαμε ωστόσο το 2020 αποτελεί ιστορικό αίσχος. Όλοι αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία. Μία όμως.

You may also like