Το Joker: Folie à Deux, είναι μια τολμηρή συνέχεια της βραβευμένης με Όσκαρ πρώτης ταινίας που αυτή την φορά, εξερευνά θέματα όπως η κοινή παράνοια, η χαμένη (;) ταυτότητα και οι ψευδαισθήσεις.
Ο σκηνοθέτης Todd Phillips επιστρέφει, προσφέροντας μια βαθύτερη ψυχολογική βουτιά στην κοινή τρέλα του Joker και της Harley Quinn. Με τον Joaquin Phoenix να επανέρχεται στον ρόλο του Arthur Fleck, η ταινία μας εισάγει στη σκοτεινή ατμόσφαιρα της Gotham, εμπλουτισμένη με μουσικά στοιχεία που αναδεικνύουν ακόμα περισσότερο την τρέλα και την εσωτερική σύγκρουση των χαρακτήρων.
Πρακτικά, ο τίτλος, «Folie à Deux», αναφέρεται σε μια ψυχιατρική κατάσταση όπου δύο στενά συνδεδεμένα άτομα, μοιράζονται το ίδιο παραληρητικό σύστημα πεποιθήσεων. Αυτή η κοινή ψύχωση θολώνει τα όρια μεταξύ κυριαρχίας και υποταγής στη σχέση τους, αμφισβητώντας ποιος επηρεάζει ποιον και τροφοδοτώντας τις ψυχικές καταστάσεις του άλλου. Η ταινία αυτή την επεξήγηση την μεταφέρει άριστα και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό!
Εξερευνά την αστάθεια όχι μόνο του Τζόκερ, αλλά και την έλξη της Χάρλεϊ προς αυτόν. Ο χαρακτήρας της, είτε λόγω της δικής της τρέλας είτε λόγω επιθυμίας, συνδέεται με τον χαοτικό του κόσμο, δημιουργώντας έναν ισχυρό ψυχολογικό δεσμό. Αυτός ο δεσμός εγείρει ερωτήματα για το αν ο Τζόκερ είναι πραγματικά τρελός ή αν η τρέλα του είναι ένα είδος παράστασης και μια αντανάκλαση του μύθου που τον περιβάλλει.
Ο Phoenix, παραδίδει για άλλη μια φορά μια συνταρακτική ερμηνεία με την δύναμή της να έγκειται στον τρόπο που καταφέρνει να ισορροπεί ανάμεσα στην ευάλωτη φύση του Arthur και την παρανοϊκή, χαοτική προσωπικότητα του Joker. Προσεγγίζει τον χαρακτήρα με μεγάλη ψυχολογική ένταση, μεταφέροντας στον θεατή την εσωτερική σύγκρουση που βιώνει ο ήρωας καθώς βυθίζεται στην τρέλα.

Οι μουσικές σκηνές δίνουν επιπλέον μια νέα διάσταση καθώς είναι το μέσο του χαρακτήρα να ονειρεύεται και να εκφράζεται, αλλά να περπατάει και επικίνδυνα στο χείλος της ολοκληρωτικής καταστροφής, τόσο του ίδιου, άλλο όσο και της ταινίας, μέσα από τον συνδυασμό λυρικού λόγου και μουσικής.
Από την άλλη, η Lady Gaga, στον ρόλο της Harley Quinn παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση από προηγούμενες εκδοχές του χαρακτήρα. Η ερμηνεία της δεν περιορίζεται στο μιούζικαλ, καθώς καταφέρνει να αποδώσει μια πολύ πιο σκοτεινή, ψυχολογικά φορτισμένη πλευρά της Harley και η ίδια φαίνεται πως κερδίζει περισσότερα μέτρα στο πανί κάνοντας την ερμηνεία να κυριαρχεί στον χώρο.
Ο τρόπος που αλληλεπιδρά με τον Phoenix είναι εκρηκτικός, με τη χημεία μεταξύ τους να θεωρείται ένα από τα πιο δυνατά σημεία της ταινίας, εκρηκτική θα μπορούσαμε να πούμε, δημιουργώντας ένα αλληλοεξαρτώμενο ντουέτο που οδηγεί την ταινία σε νέα, πιο χαοτικά μονοπάτια. Σε μερικά σημεία, εξαιρετικά χαοτικά, που σε παρασέρνουν μαζί τους και όχι απαραίτητα με θετικό τρόπο.
Η ίδια, προσδίδει στον ρόλο μια εκρηκτική ενέργεια και πολυπλοκότητα, δείχνοντας πώς η Harley μεταμορφώνεται μέσα από την επιρροή του Joker και εδώ ο σκηνοθέτης αρχίζει να βάζει σε διλλήματα τον θεατή για το τι είναι αληθινό και τι όχι.
Η ταινία πλοηγείται στα όρια μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, δείχνοντας πώς η προσωπικότητα του Τζόκερ επηρεάζει και προσελκύει τους άλλους, ενσωματώνοντας μια μεταδοτική τρέλα που επεκτείνεται πέρα από αυτόν αλλά και στον πολιτισμό γύρω του.
Εστιάζει επίσης στο πώς η τρέλα και η αγάπη γίνονται αλληλένδετες με τοξικούς τρόπους, ειδικά στο πλαίσιο του τραύματος, της βίας και του χειρισμού. Καθώς ο Τζόκερ και η Χάρλεϊ βυθίζονται όλο και περισσότερο στην κοινή τους ψύχωση, η ταινία προσφέρει μια σκοτεινή και οικεία εξερεύνηση της σχέσης τους, η οποία δεν είναι μόνο καταχρηστική, αλλά και αλληλοεξαρτώμενη, καθιστώντας δύσκολο να ξεχωρίσουμε ποιος έχει πραγματικά τον έλεγχο και ποιος μένει στην σκια του άλλου.

Όταν αναφερόμαστε σε ταινίες blockbuster, είναι αδύνατο να μην σχολιάσουμε το συνολικό τεχνικό επίπεδο της παραγωγής. Στην περίπτωση του Joker: Folie à Deux, η ταινία πραγματικά εντυπωσιάζει!
Ο φωτισμός και η κινηματογράφηση συμβάλλουν στο να αποτυπωθεί η ζοφερή ατμόσφαιρα της Gotham, με χαοτικές σκηνές που καθρεφτίζουν την εσωτερική μάχη του Arthur με τα συναισήματα του ίδιου να αποτυπώνονται και στο καναβάτσο της εντυπωσιακής για ακόμα μια φορά IMAX, προσφέροντας μια επιπλέον διάσταση στην θέαση της ταινίας. Η κινηματογραφία συνεχίζει να επικεντρώνεται στις σκιές και στις αποχρώσεις του γκρι, ενισχύοντας το αίσθημα της αποξένωσης και της τρέλας του ίδιου.
Η μουσική επένδυση της ταινίας έχει και πάλι την υπογραφή της βραβευμένης με Όσκαρ συνθέτριας Hildur Guðnadóttir, η οποία συνθέτει ένα βαρύ, βαθύ και δραματικό ακουστικό πέπλο, το οποίο απλώνεται πάνω στους ψυχολογικούς κόσμους των χαρακτήρων. Το μουσικό στοιχείο και τα λυρικά, είναι κεντρικά στην ταινία, με τους δύο πρωταγωνιστές, να αποδίδουν με ιδιαίτερη ένταση και εσωτερικότητα τις μουσικές σκηνές.
Στο σύνολό της, μπορεί να ερμηνευτεί ως σχόλιο πάνω στο πώς η κοινωνία αντιμετωπίζει τους ανθρώπους με ψυχικές ασθένειες και στο πώς η αδιαφορία και η βία της κοινωνίας οδηγούν τους ανθρώπους να αποξενώνονται, καταλήγοντας στην τρέλα. Μέσα από τη σχέση του Τζόκερ και της Χάρλεϊ Κουίν, η ταινία δείχνει πώς η αγάπη και η τρέλα μπορούν να γίνουν επικίνδυνα αλληλένδετα, καθώς και πώς η εξουσία και ο έλεγχος μπορεί να αλλάζουν συνεχώς χέρια, με τον πόλεμο των εσωτερικών κόσμων τους να καταστρέφει τον λιγότερο δυνατό, αλλά τον περισσότερο ασταθή.
Ταυτιζόμαστε με τον κοινωνικά αδικημένο άνθρωπο Άρθουρ, ή μας εκπροσωπεί καλύτερα ο ρόλος του Τζόκερ γιατί είμαστε εμείς καταπιεσμένοι και απλά φοβόμαστε να παρανομήσουμε ή οτι θα μας πουν…τρελούς;
Φυσικά και παρακολουθήσαμε την ταινία στις αίθουσες του πολυκινηματογράφου Cineplexx, που τον ευχαριστούμε για ακόμα μια φορά για την φιλοξενία του!
Η ταινία κάνει επίσημη πρεμιέρα στις αίθουσες παγκοσμίως στις 4 Οκτώβρη και εσείς μπορείτε να αγοράσετε τα εισητήριά σας εδώ!