“Git gud”. Μια σκόπιμη, εναλλακτική ορθογραφία της φράσης “γίνε καλός” (get good), είναι μια έκφραση που χρησιμοποιείται για να πειράξει τους άπειρους παίκτες σε ένα παιχνίδι. Πρωτοεμφανίστηκε το 2009 σε forums για το Metal Gear αλλά απέκτησε σημαντική θέση ανάμεσα στους παίκτες της Dark Souls κοινότητας. Από τότε μέχρι σήμερα, Souls-like παιχνίδια έχουν ως σημαία το Git Gud. Αυτή την σημαία προσπαθώ να στηρίξω και εγώ τόσα χρόνια με παιχνίδια όπως τα Dark Souls, Code Vein και Elden Ring που με νύχια και με δόντια κατάφερα να ολοκληρώσω – τουλάχιστον μερικές φορές.
Φτάνοντας στο σήμερα, πιάνω τον εαυτό μου να ψάχνει ολοένα και περισσότερο παιχνίδια που υποστηρίζουν το μοτίβο ενός “πραγματικού παιχνιδιού”. Η έννοια αυτή είναι διαφορετική για όλους. Για μένα σημαίνει ένα παιχνίδι που δεν εστιάζει σε πολύωρα cutscenes για να διηγηθεί μια ιστορία, δεν στοχεύει σε “απίστευτα” γραφικά για να μας κεντρίσει το ενδιαφέρον ούτε προσπαθεί να υιοθετήσει καινοτόμους μηχανισμούς για να ξεχωρίσει στο πλήθος. Τέτοια παιχνίδια θα μπορούσαν να είναι απλά arcade games που συναντούσαμε στις δεκαετίες των ’80 και ’90 ή τίτλους που εστιάζουν κυρίως στο gameplay και μας επιτρέπουν να ταξιδέψουμε σε μοναδικούς κόσμους και να αντιμετωπίσουμε εξίσου ιδιαίτερες καταστάσεις.

Ένα τέτοιο έργο είναι και το Remnant II. Ομολογώ πως το πρώτο παιχνίδι δεν το τίμησα ιδιαίτερα, ακόμα και όταν δόθηκε δωρεάν από την Epic Games Store ή μέσω του Humble Choice, αλλά πάντα με ιντρίγκαρε. Αυτή η μίξη της λογικής του Dark Souls με πιστόλια, καραμπίνες ή πολυβόλα και η εξερεύνηση διαφορετικών και ιδιαίτερων κόσμων μπορεί να αποτελέσει την διαφορετικότητα που αναζητώ σε τέτοια παιχνίδια. Όταν αποκαλύφθηκε το δεύτερο παιχνίδι λοιπόν, σκέφτηκα πως ήταν μια καλή ευκαιρία να δω περί τίνος πρόκειται και αν είναι αυτή η τελειότητα για την οποία πολλοί κάνανε λόγο.
Με το που τρέξουμε τον τίτλο το πρώτο πράγμα που θα δούμε είναι την οθόνη δημιουργίας του χαρακτήρα μας. Με το που τον φτιάξουμε βλέπουμε την πρώτη σκηνή με εκείνον και μια ακόμα κοπέλα να προχωράνε μέσα στα συντρίμμια του πολιτισμού για να βρουν το “Ward”, μια όαση για την ανθρωπότητα και κάτι που οι επιζήσαντες εκτιμούν ιδιαίτερα αφού υπάρχει τροφή, νερό και ασφάλεια πίσω από τις πόρτες του. Εδώ είναι που θα μάθουμε τα βασικά στοιχεία της εξερεύνησης και της μάχης, πριν φτάσουμε στην νέα μας βάση. Θα συναντήσουμε ιδιαίτερους χαρακτήρες και NPCs, με την πλειοψηφία αυτών να μας βοηθάνε με τον τρόπο τους σε κάθε εγχείρημά μας.

Ακουμπάμε έναν κρύσταλλο και ξαφνικά βρισκόμαστε σε έναν τελείως διαφορετικό κόσμο. H διαπίστωση πως περάσαμε μέσα από μια πύλη σε άγνωστους, μακρινούς κόσμους γρήγορα θα νιώσουμε την ανάγκη να γίνουμε τολμηροί πολεμιστές σε άγνωστους πλανήτες, πολιτισμούς και δάση. Ντυμένοι με την εμφάνιση ενός cowboy, ενός κηνυγού ή ενός εξερευνητή θα αντιμετωπίσουμε από ρομπότ και επικίνδυνες μεταλλικές φιγούρες εώς και ζόμπι, δενδροπλάσματα και elf την στιγμή που μια απειλητική μαύρη τρύπα μας κηνυγάει μέσα από τους διαδρόμους.
Θα βρεθούμε σε έρημους πλανήτες όπου ο τελευταίος επιζών μιας εξωγήινης φυλής περίμενε τον ερχομό μας ώστε να τον βοηθήσουμε να οδηγήσει τον πλανήτη μέσα από μια μαύρη τρύπα ώστε να λύσει το πρόβλημα του αφανισμού τους την στιγμή που ένας τράγος με φλογέρες μας περίμενε για να τον βοηθήσουμε στο κλάδεμα. Θα περιπλανηθούμε σε διαδρόμους ενός χρυσού παλατιού, εκεί όπου θα βρεθούμε αντιμέτωποι με ένα γιγαντιαίο επιτραπέζιο παιχνίδι που απορροφά σιγά-σιγά την ζωτική μας ενέργεια ή μέσα από μπουντρούμια που στο τέλος τους μια θεϊκή φιγούρα μας περιμένει για να μας τρελάνει με το κόκκινο φως της.

O σχεδιασμός του Remnant II αντλεί πολλές λεπτομέρειες από άλλα έργα. Εμπνευσμένο από αυτές τις πηγές, ο τίτλος της Gunfire Games συνδυάζει το gameplay που θα μας θυμίσει το over-the-shoulder shooting του Gears of War με τις κινήσεις ακριβείας όπως το dodge-rolling και μια πρόοδο βασισμένη σε checkpoints που βρίσκουμε στο Dark Souls με την μορφή των Bonfires. Ωστόσο, η πολυπλοκότητά του δεν τελειώνει εκεί.
Η λαμπρότητα του παιχνιδιού έγκειται στην ευφυή χρήση του “Procedural Generation”. Δηλαδή, αντί να μας παρουσιάζει στατικά και προβλέψιμα περιβάλλοντα, το Remnant 2 χρησιμοποιεί έναν αλγόριθμο που δημιουργεί δυναμικά τα επίπεδα και δομεί αντίστοιχα όλη την εξερεύνηση. Αυτό σημαίνει ότι κάθε φορά που ξεκινάμε ένα νέο ταξίδι, η διάταξη των επιπέδων, οι συναντήσεις με αφεντικά και εχθρούς, ακόμη και οι αποστολές που θα αναλάβουμε θα είναι τυχαίες. Αυτό διαβεβαιώνει πως η εμπειρία κάθε παίκτη θα είναι μοναδική, καθώς θα εξερευνούμε αγνωστες περιοχές κατά τη διάρκεια κάθε run.
Ακόμα και αν ολοκληρώσουμε το παιχνίδι μια φορά, δεν θα έχουμε ανακαλύψει όλα τα μυστικά που έχει να μας προσφέρει. Το παιχνίδι προσφέρει αφθονία περιεχομένου και δυνατοτήτων, αλλά κατά τη διάρκεια ενός μόνο ταξιδιού θα δούμε μόνο ένα μικρό κομμάτι από όσα έχει να μας προσφέρει, ενώ κάθε φορά που θα φτιάξουμε και από έναν χαρακτήρα θα ξεκινήσουμε σε ένα διαφορετικό μέρος από τρία υπάρχοντα.

Οι περιοχές που θα επισκεφθούμε, πέρα από το γεγονός ότι αποτελούν πανέμορφα μέρη με ιδιαιτερότητες, ποικιλία και γεμάτα ζωή, αποτελούνται από διάφορα σημεία-κλειδιά καθώς και μερικά side dungeons. Κάθε στοιχείο τους, από την δόμησή τους και τον σχεδιασμό τους αλλά μέχρι και τις αποστολές που θα βρούμε, δημιουργούνται τυχαία πριν τα επισκεφθούμε. Πολλές από τις αποστολές που θα κάνουμε μας φέρνουν αντιμέτωπους με διλήμματα, με το κάθε δίλημμα να μας επιβραβεύει ανάλογα. Κάποια θα μας ανταμείψουν με καλύτερο εξοπλισμό ή πιο δυνατά όπλα ενώ άλλα θα μας τραβήξουν σε νέες περιοχές ή μπουντρούμια και αυτά με τις δικές τους εκπλήξεις. Αυτές οι ανταμειβές είναι και ένα από τα μεγαλύτερα objectives του τίτλου μιας και θα εντοπίσουμε παντοδύναμα όπλα που θα μας βοηθήσουν μέχρι και το τέλος, ενώ άλλα κάνουν την επιστροφή τους από το From The Ashes, ενισχυμένα, καλύτερα και πιο αποτελεσματικά από ποτέ. Από όπλα που πετάνε κύβους μέχρι και ηλεκτροπολυβόλα ή σφυριά και μπαστούνια με ιδιαίτερες ικανότητες, κάθε όπλο ανταποκρίνεται στο στυλ παιχνιδιού μας με ιδιαίτερο τρόπο.
Πέρα από τα απλά τέρατα που θα συναντήσουμε όμως, το κέντρο της προσοχής είναι τα μεγαλοπρεπή αφεντικά που πολλές φορές θα μας αφήσουν να ζητάμε και κάτι παραπάνω. Θα αντιμετωπίσουμε θεότητες με ιδιαίτερο σχεδιασμό, μάζες κρέατος με συγκεκριμένα αδύναμα σημεία ή Αποκαλυπτικά Τέρατα που θα μας ωθήσουν σε επικές μάχες με στόχο την σωτηρία του κόσμου. Άλλες φορές, αυτά τα αφεντικά θα αποτελέσουν λίγο πιο δυνατές παραλλαγές απλών τεράτων οπότε το μοτίβο των επιθέσεών τους θα μας φανεί λίγο πιο εύκολο και θα μας δώσουν την εντύπωση πως αποτελούν απλά έναν σταθμό προς το μεγάλο τέλος.

Τα όμορφα περιβάλλοντα και η εξερεύνηση ενισχύονται από απλούς μηχανισμούς που με την σειρά τους συνθέτουν πιο πολύπλοκα στοιχεία τα οποία όμως στρώνουν τις βάσεις για ένα πιο δυναμικό παιχνίδι. Συγκεκριμένα, σε αυτούς τους μηχανισμούς συγκαταλέγονται η κίνηση που μόνη της είναι γρήγορη αλλά ελαφριά με αποτέλεσμα να γίνεται άμεσα η εναλλαγή της αποφυγής με την επίθεση. Τα όπλα που λαμβάνουμε επίσης, προσφέρουν μια ικανοποιητική ισορροπία μεταξύ στρατηγικής και δύναμης και σε συνδυασμό με την αποφυγή συνθέτουν μάχες που μοιάζουν με χορευτικά σκηνικά.
Τα χορευτικά αυτά δεν θα μπορούσαν να είναι αυτά που είναι όμως χωρίς την ύπαρξη της απειλής. Κάθε επίπεδο έχει διάσπαρτους εχθρούς που μπορεί να μοιάζουν συγκεκριμένα τοποθετημένοι, γρήγορα όμως θα ανακαλύψουμε πως εχθροί πετάγονται από το πουθενά. Έτσι, θα πρέπει πάντα να έχουμε το νου μας σε κάθε πλευρά μας καθώς δεν υπάρχουν πάντα ειδοποιήσεις για τις επιθέσεις που μπορεί να έρχονται από πίσω μας, με αποτέλεσμα να βλέπουμε συχνά το “You are Dead”.
H έκβαση κάθε μάχης εξαρτάται τόσο από τις ικανότητές μας όσο και από την κλάση, ή αλλιώς Archetype, που επιλέξαμε στην αρχή. Κάθε κλάση διακρίνεται από διαφορετικό οπλισμό – με μόνο κοινό το Handgun και το Melee Weapon – αλλά και συγκεκριμένες ικανότητες. Για παράδειγμα, ο Gunslinger φέρει όπλα εμπνευσμένα από western ενώ ο Hunter ειδικεύεται σε μάχες και βολές από απόσταση. Ο Handler από την άλλη, έχει μαζί του έναν A.I. σκύλο που βοηθάει στην μάχη τόσο με επιθέσεις κλειδώματος όσο και με κραυγές που ενισχύουν τις ικανότητες ή τα στατιστικά μας προσωρινά. Όσο προχωράμε στο παιχνίδι θα βρούμε και διάφορα αντικείμενα απαραίτητα για να ξεκλειδώσουμε secondary archetypes (αφού έχουμε επιλέξει το αρχικό μας). Όταν εφαρμόσουμε και δεύτερο archetype τότε κάθε ένα από αυτά ανεβεί επίπεδο μαζί με τους πόντους εμπειρίας να απλώνονται ισόποσα και στα δύο – ξεκλειδώνοντας παράλληλα νέα perks και ικανότητες.

Αν οι κόσμοι και το gameplay του Remnant II μας αφήνουν μια γλυκιά γεύση, το ίδιο δεν μπορούμε να πούμε δυστυχώς και για την ιστορία. Προσπαθώντας να μας βάλει γρήγορα στο “ζουμί” του παιχνιδιού, η συγγραφική ομάδα έχει συνθέση μια ιστορία με χαρακτήρες για τους οποίους, ομολογουμένως, δεν νοιαζόμαστε. Στον πρόλογο ταξιδεύουμε με μια κοπέλα που όπως όλα δείχνουν είναι φίλη μας σε αυτό το ταξίδι, ώστε να χαθεί στα ενδιάμεσα και να μετατραπεί σε απλή NPC Merchant. Από την άλλη, η Clementine, μια ηρωίδα που δείχνει να έχει σημαντικό ρόλο για την ιστορία, εξαφανίζεται, με αποτέλεσμα ο βασικός σκοπός μας στο παιχνίδι να είναι να την βρούμε. Αλλά δεν νοιάζομαι για εκείνη. Δεν νοιάζομαι γιατί δεν πρόλαβα να την γνωρίσω, δεν έχει κάποια σημασία στην ζωή του χαρακτήρα μου ούτε μου έδειξε ποτέ πως αξίζει να σωθεί ή για ποιον λόγο κάνει ό,τι κάνει.
Όσον αφορά την απόδοση του Remnant II στους υπολογιστές, μπορώ να πω πως είμαι γενικά ευχαριστημένος. Σε ένα σύστημα με επεξεργαστή AMD Ryzen 7 5800X3D, μια κάρτα γραφικών NVIDIA RTX 3060 12GB OC, 32GB Ram και Windows 11, δεν αντιμετωπίσα ιδιαίτερα προβλήματα σε 1080p και όλες τις ρυθμίσεις στο Ultra. Παρατήρησα μεν, διάφορες πτώσεις στα καρέ σε ορισμένα σημεία, στοιχείο που γινόταν αισθητό στο πως κυλούσε το παιχνίδι, αλλά δεν έπεσα ποτέ κάτω από 120fps. Τέλος, τα γραφικά του Remnant II θα μπορούσαν κάλλιστα να αγγίξουν το επίπεδο των ΑΑΑ παιχνιδιών. Πολλά μοντέλα από τους χαρακτήρες έχουν αρκετά ελκυστικές λεπτομέρειες, τα textures είναι εξίσου λεπτομερή ενώ τα περιβάλλοντα στα οποία θα βρεθούμε είναι γεμάτα ζωή και αντικείμενα που τα “ντύνουν” τόσο όσο για να γίνονται μεγαλοπρεπή και εντυπωσιακά.

Προσωπικά, απολαμβάνω τον χρόνο μου με το Remnant 2. Μια φορά δεν είναι ποτέ αρκετή και κάθε αρχή, ενώ δύσκολη, είναι μια ακόμα ευκαιρία να ακονίσω τις ικανότητές μου και να ανακαλύψω νέα μυστικά σε αυτή την “σαλάτα” κόσμων και περιπετειών. Ακόμα και όταν ο εκνευρισμός μου “πιάνει ταβάνι”, αυτό δεν είναι αρκετό από το να με σταματήσει να ξαναγυρίσω στους κόσμους του, κάτι που μου προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση ακόμα και αν κάτι παρόμοιο γίνεται με τα παιχνίδια της From Software.
Έτσι, μέσα σε αυτόν τον…αργαλειό παιχνιδιών και μεγαλοπρεπών κινηματογραφικών περιπετειών, ένα βιντεοπαιχνίδι με το όνομα “Remnant 2” βασιλεύει ως μια δεινή απόδειξη πως τα βιντεοπαιχνίδια έχουν ουσία. Αντί να είναι ένα απλό co-op shooter με μονότονα συστήματα προόδου, το Remnant 2 ξεχωρίζει, προσφέροντας μια αριστουργηματική ένωση περιπέτειας και απροσδόκητης ποικιλίας. Κάθε στιγμή που περνάμε σε αυτόν τον εικονικό κόσμο μας δίνει την αίσθηση μιας ξεχωριστής εμπειρίας, εμπλουτίζοντας την όλο και περισσότερο. Κάθε βήμα που κάνουμε δίπλα στους συντρόφους μας, μας βυθίζει σε έναν κόσμο αινιγματικών θαυμάτων, με το παιχνίδι να παραβιάζει τις προσδοκίες μας παρουσιάζοντάς μας απροσδόκητες αποστολές και προκλήσεις, εξασφαλίζοντας πως ο ενθουσιασμός μας θα παραμένει αμείωτος.


