South of Midnight | The Review

Γράφει ο/η Ανδρέας Κωνσταντινίδης

Υπάρχουν στιγμές στο gaming που δεν τις αναζητάς  για το gameplay, ούτε για τη δράση ή τα mechanics. Είναι για το πώς σε κάνει να νιώσεις. Το South of Midnight με βρήκε εκεί που δεν το περίμενα-κάπου ανάμεσα σε παλιά μπλουζ , μυρωδιές από υγρασία και καπνό, και φωνές που μιλούν για παρελθόντα που ίσως δεν έζησες, αλλά κάπως… κουβαλάς.

Από την πρώτη νότα, από την πρώτη λέξη της αφήγησης, ένιωσα ότι δεν παίζω ακόμα  ένα παιχνίδι. Ένιωσα σαν να διαβάζω ένα γράμμα που μου είχε ξεφύγει για χρόνια. Ένα γράμμα από έναν κόσμο γεμάτο θρύλους, θλίψη, και την ομορφιά του ξεθωριασμένου. Η Hazel είναι ένας χαρακτήρας-καθρέφτης εκείνων που κουβαλούν απώλειες και ψάχνουν τρόπους να τις γιατρέψουν με νήματα που δεν φαίνονται.

Δεν είναι το  πιο σφιχτοδεμένο και μεστό gameplay που έχω δοκιμάσει. Αλλά αυτό που έχτισε η Compulsion Games είναι κάτι σπάνιο: μια εμπειρία. Κι αν είσαι σαν εμένα, και τα παιχνίδια είναι για σένα κάτι παραπάνω από μηχανισμούς-τότε, ναι, αυτό εδώ θα σε αγγίξει.

Το South of Midnight δεν προσπαθεί να σε εντυπωσιάσει με φανταχτερά combos ή mechanics που απαιτούν millisecond αντίδρασης. Αντιθέτως, η προσέγγισή του στο gameplay είναι αργή, σχεδόν στοχαστική, σαν να σε προσκαλεί να μην τρέξεις, αλλά να νιώσεις. Ο κεντρικός μας χαρακτήρας, η Hazel, δεν φοράει την μπέρτα ενός υπερήρωα. Είναι ένα κορίτσι καθημερινό που έχασε την μητέρα της σε μια πλημμύρα, και θα κάνει τον κόσμο άνω κάτω για να την βρει. Αλλά θα πρέπει να αναλάβει τον ρόλο της “Υφάντρας” και να αδράξει μια ιστορία που χάνετε στα βάθη του Νότου. Οι ιστορίες που άκουγε όταν ήταν παιδί και την τρόμαζαν, τώρα θα ζωντανέψουν και θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει όλους αυτούς που στέκονται εμπόδιο στο δρόμο της. Βέβαια όσο θα προχωράει, αρκετά θέματα ηθικής θα την βάλουν σε δεύτερες σκέψεις και αυτοί που θα κρέμονται από τον αργαλειό της, θα πρέπει να έχουν αποφασίσει σε ποιο μεριά  της ιστορίας θα θέλουν να βρίσκονται. 

Θα γίνει ένα κορίτσι με το χάρισμα να “υφαίνει” και να επισκευάζει τον κόσμο γύρω της, μια Weaver– και αυτό μεταφράζεται σε ένα μηχανισμό που συνδυάζει puzzle solving και world interaction μηχανισμούς. Ο συγκεκριμένος μηχανισμός αποκτείται σχετικά νωρίς στο παιχνίδι. Πρόκειται πρακτικά για δύο γάντζους , θα είναι το βασικό εργαλείο μάχης μας και θα μπορεί να αναβαθμιστεί με τα χνούδια που μαζεύει από τον κόσμο γύρω της. Κάποια βρίσκονται σε σημεία που δεν σε πηγαίνει το μονοπάτι, αλλά θα χρειαστεί να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά. Μάλιστα, αυτός ο μηχανισμός και οι ενέργειες του,  επιδρούν και αλλάζουν  δυναμικά το περιβάλλον, αλλά και την έκβαση της μάχης, προσφέροντας μια αίσθηση σύνδεσης με τον κόσμο που λίγα παιχνίδια πετυχαίνουν. Θα βρούμε και άλλους μηχανισμούς που θα μας κάνουν την ζωή στο Prospero πιο εύκολη. Όπως ο Κρουτόν! Το αγαπημένο κουκλάκι της Hazel, που αυτή την φορά θα ζωντανέψει για να χωρέσει από όλα εκείνα τα σημεία που δεν μπορεί να περάσει κανείς και να μας βοηθήσει να περάσουμε στο επόμενο part της ιστορίας. Κάποιες φορές θέλει δεξιοτεχνία το συγκεκριμένο κομμάτι, αλλά θα μας βοηθήσει και στην μάχη, όταν θα κάνει έναν οποιαδήποτε εχθρό να πολεμάει για εσένα. Αυτό είναι ένα funny  asset στο οπλοστάσιο μας. 

Τα πάντα αναβαθμίζονται, και για αυτό θα πρέπει να γνωρίζεις  από την αρχή ποια όπλα θα σε βοηθήσουν περισσότερο, αφού οι πόροι είναι αρκετά limited, οπότε θέλει σωστή διαχείριση και χρήση! 

Αφού ανέφερα μάχη, θα σου πω πώς είναι το μόνο κομμάτι που είναι  λιγότερο εμπνευσμένο. Με έμφαση σε πολλά dodge-attack loops και σχετικά απλοϊκή A.I. των εχθρών , η εμπειρία στο σύστημά της μοιάζει περισσότερο με υποχρέωση, παρά με κάτι που θα σε φτάσει στην κορύφωση ή να σε κάνει να πάρεις κάποιο υπερόπλο που θα θερίσεις τους εχθρούς σαν στάχυα με το δρεπάνι.. Οι εχθροί έχουν προβλέψιμα patterns και το hit feedback θα μπορούσε να είναι πιο ουσιαστικό. Αλλα για αυτό υπάρχει και το επίπεδο δυσκολίας , μάλιστα σου δίνει την επιλογή να το κάνεις και custom. Δεν είναι στο σύνολο της αποτυχία – αλλά σίγουρα δεν είναι εκεί που το παιχνίδι λάμπει. Για παράδειγμα, ξέρεις ακριβώς πότε θα πέσεις σε μια αρένα με εχθρούς, (Dungeons of Hinterberg στυλ), ενώ τα boss fights είναι σε εντυπωσιακή κλίμακα, και πέρα από την εξαιρετική τους γραφή και ανάπτυξη τους μέσα στην ιστορία που…ξετυλίγεις, με 1-2 θα χρειαστείς υπομονή, καθώς είναι αρκετά ανορθόδοξος ο τρόπος να τα “ρίξεις”. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα σε συνεπάρει η μουσική που ταιριάζει απίστευτα με το περιβάλλον, την δράση, και φυσικά τους “main κακούς”, τόσο κατά την διάρκεια που παλεύεις μαζί τους , αλλά και όταν σου κάνουν το intro τους!

Και μετά έρχεται η μουσική. Ένα πολύ  ισχυρό κομμάτι της εμπειρίας. Μια βαθιά, μπλουζ και γκόσπελ ηχητική ταυτότητα, με adaptive audio design που αγκαλιάζει κάθε βήμα, κάθε ανάσα, κάθε ανάμνηση που ξεπηδά από το παρελθόν της Hazel. Το voice acting – ιδιαίτερα στη φωνή του αφηγητή (δεν θα σου αποκαλύψω ποιος είναι) – είναι κάτι παραπάνω από “καλό”. Είναι μεταδοτικό. Σαν να σου μιλάει ένας παππούς δίπλα στη φωτιά, με τον ίδιο να ξέρει ιστορίες που δεν γράφτηκαν ποτέ.

Το platforming, αν και θεματικά όμορφο και ενσωματωμένο στον κόσμο, πάσχει από ελαφρώς “βαρύ” σύστημα κίνησης  και μικρές ασυνέπειες στο collision detection, κάτι που σπάει κάποιες φορές τον ρυθμό και ενδεχομένως να το βρεις κουραστικό αλλά προσωπικά τελείωνα τις μάχες σε λιγότερο από 2’, απλά για να απολαύσω το υπόλοιπο στορι. 

Η καρδιά του South of Midnight χτυπά μέσα στην ιστορία του. Η αφήγηση δεν βασίζεται μόνο στα λόγια, αλλά στην αίσθηση – στον τρόπο που κοιτάει η Hazel, στη σιωπή ανάμεσα στις ατάκες, στον τρόπο που τα περιβάλλοντα “μιλάνε” πριν καν ανοίξει στόμα ο χαρακτήρας. Ισως να φταίει το stop motion που το κάνει πιο δραματικό. Το σενάριο είναι καλογραμμένο, όχι γιατί χρησιμοποιεί περίτεχνες λέξεις, αλλά γιατί εκφράζει ειλικρίνεια και συναίσθημα. Αληθινό συναίσθημα που θα περιηγηθείς σε ιστορίες που θα σε συντρίψουν. Αντλεί από την κουλτούρα του αμερικανικού Νότου, από παραδόσεις, θρύλους και πληγές, και τα παντρεύει με μια μεταφυσική ευαισθησία που θυμίζει παραμύθι για μεγάλους. 


Οι ηθοποιοί φέρνουν τους χαρακτήρες στη ζωή με αυθεντικότητα και ηχητικό ρεαλισμό. Η Hazel είναι μια ολοζώντανη  πρωταγωνίστρια. Είναι μια φωνή γεμάτη ρωγμές και αντοχή. Η χημεία της με τους υπόλοιπους χαρακτήρες, βασικούς αλλά και NPCs, όπως και το στιβαρό performance του αφηγητή, , δίνουν βάθος και βάρος στην κάθε στιγμή. Πρόκειται για ένα καστ που δεν “παίζει ρόλους” – βιώνει καταστάσεις. Και αυτό, όσο σπάνιο κι αν ακούγεται, κάνει τη διαφορά. Η Compulsion έδωσε ζωή και χρώμα σε κάθε χαρακτήρα και σε κάθε φωνη, ανεξάρτητα από το αν ήταν σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία μας. Θυμάμαι το ίδιο καλά το πρώτο boss, όπως και το τελευταίο. Ακόμα και το όνομα του Καπετάνιου στο ποταμόπλοιο αλλά  και την σπαρακτική ιστορία του Benjy. 

Όσο για το σύστημα ανάπτυξης; Το παιχνίδι ενσωματώνει ελαφριά RPG στοιχεία – αναβαθμίσεις ικανοτήτων και εξερεύνηση με ανταμοιβή – που δίνουν ρυθμό και προσωπική επιλογή χωρίς να βαραίνουν τη ροή. Κάποιες φορές ίσως χρειαστεί κάνεις μια βόλτα παραπάνω στα βράχια του βουνού που οδηγούν στο σπίτι της Μόλι, αλλά θα με ευχαριστείς αργότερα που το έκανες. Ολα αυτά , είναι  αρκετά για να νιώσεις ότι εξελίσσεσαι, αλλά ποτέ τόσο πολύ ώστε να σου αποσπούν την προσοχή από την ουσία: την ιστορία.

Εκεί που το South of Midnight πραγματικά απογειώνεται, είναι στο οπτικοακουστικό του αποτύπωμα. Η Compulsion Games έχει δημιουργήσει έναν κόσμο ζωγραφισμένο στο χέρι, με cel-shaded αισθητική και textures που μοιάζουν να έχουν ξεφύγει από σελίδες λαογραφικού παραμυθιού. Η απίστευτα επαγγελματική χρήση του global illumination δίνει ζωή στους βάλτους, τα δέντρα, και τις σκιές που σε κοιτάζουν από μακριά.

Το HDR όπως σας έχω αναφέρει και σε posts μου πριν το review , είναι άρτιο – με tone mapping που αναδεικνύει τόσο τα λαμπερά ηλιοβασιλέματα όσο και τις σκοτεινές, μυστηριώδεις γωνιές των τοπίων με την ομίχλη των βάλτων να σε αγκαλιάζει απόκοσμα. Κάθε καρέ μοιάζει με καμβά – και κάθε λεπτομέρεια να έχει το βάρος και τη βαρύτητα του αντίστοιχου μύθου.

Η απόδοση του South of Midnight στο Xbox Series X είναι αξιοσημείωτα σταθερή και καλοδουλεμένη. Από τα πρώτα λεπτά, γίνεται φανερό πως η Compulsion Games έχει δώσει ιδιαίτερη σημασία στην τεχνική υλοποίηση: ο τίτλος «τρέχει» με σταθερό ρυθμό καρέ, χωρίς πτώσεις ή stuttering, διατηρώντας άψογο οπτικό αποτέλεσμα ακόμα και σε σκηνές με πολλά εφέ φωτισμού ή έντονo movement. 

Το παιχνίδι αξιοποιεί το hardware του Series X με τρόπο που αναδεικνύει την καλλιτεχνική του ταυτότητα. Η χρήση dynamic resolution scaling είναι σχεδόν αόρατη, ενώ η απόδοση παραμένει υψηλή ακόμα και όταν η κάμερα κινείται έντονα ή κατά τη διάρκεια μαχών. Οι χρόνοι φόρτωσης είναι ελάχιστοι έως μηδαμινοί  – χαρακτηριστικό που ενισχύει τη ροή και τη βύθιση στον αφηγηματικό κόσμο.

Συνολικά, το South of Midnight παραδίδει μια τεχνικά στιβαρή εμπειρία, απροβλημάτιστη και συνεπή, με optimization που σέβεται τον παίκτη και το σύστημα στο οποίο παίζει.

Ευχαριστούμε τη Compulsion Games και το Xbox για την παραχώρηση του Review Code.

You may also like