Resident Evil: Requiem | The Review

Η Απόλυτη Εμπειρία Ενός Θρύλου

Γράφει ο/η Δημήτρης Γαλατσάνος

Όταν ξεκίνησα να παίζω το Resident Evil Requiem, ήξερα ότι κρατούσα στα χέρια μου κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό βιντεοπαιχνίδι. Φέτος, η θρυλική σειρά της Capcom κλείνει 30 χρόνια ζωής από το ντεμπούτο της το 1996, και αυτός ο ένατος βασικός τίτλος αποτελεί τον απόλυτο εορτασμό της. Το όνομα “Requiem” δεν είναι τυχαίο, καθώς το γράμμα “Q” θυμίζει οπτικά τον αριθμό 9, ενώ ηχητικά παραπέμπει στο ιαπωνικό “kyu”, που σημαίνει εννέα. Μετά από εκτεταμένη ενασχόληση, έχοντας τερματίσει το παιχνίδι πολλαπλές φορές, μπορώ να πω με σιγουριά ότι το Requiem είναι το απόγειο του franchise, ένας τίτλος που καταφέρνει το ακατόρθωτο: να ενώσει αρμονικά την αγνή επιβίωση και τον τρόμο των παλαιότερων τίτλων με την καταιγιστική δράση των νεότερων.

Δύο Πρωταγωνιστές, Δύο Διαφορετικοί Κόσμοι

Η ιστορία του Requiem είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα που έχουμε δει εδώ και χρόνια, εγκαταλείποντας την προσέγγιση του “απρόσωπου” πρωταγωνιστή (όπως ο Ethan Winters) και εστιάζοντας σε δύο κεντρικούς χαρακτήρες με τεράστιο βάθος. Από τη μία, έχουμε τη νεοφερμένη Grace Ashcroft, μια αναλύτρια του FBI. Για τους παλιούς θαυμαστές, το όνομά της θα χτυπήσει καμπανάκι: είναι η κόρη της Alyssa Ashcroft από το Resident Evil Outbreak. Η Grace βρίσκεται στο ξενοδοχείο Wrenwood και στην κλινική Rhodes Hill για να ερευνήσει μια σειρά από φόνους, στο ίδιο ακριβώς μέρος όπου δολοφονήθηκε η μητέρα της πριν από 8 χρόνια.

Από την άλλη, έχουμε τον βετεράνο Leon S. Kennedy. Ο Leon επιστρέφει πιο ώριμος, πιο “Old Snake” από ποτέ, οδηγώντας μάλιστα μια Porsche Cayenne Turbo GT, προσπαθώντας να εντοπίσει τον Victor Gideon, έναν επιστήμονα που πειραματίζεται με μια νέα μετάλλαξη του T-Virus ονόματι “Elpis”. Ο Leon κουβαλάει ένα τεράστιο συναισθηματικό βάρος. Η επιστροφή του στη Raccoon City, σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά τα γεγονότα του Resident Evil 2, χτυπάει κατευθείαν στο συναίσθημα, τόσο για τον ίδιο όσο και για εμάς τους παίκτες. Επιπλέον, ο Leon είναι μολυσμένος από έναν μυστηριώδη ιό, κάτι που φαίνεται από τα σημάδια στο χέρι και τον λαιμό του, δίνοντάς του ένα πολύ προσωπικό κίνητρο σε αυτή την περιπέτεια.

Grace Ashcroft: Ο Απόλυτος Τρόμος Επιβίωσης

Το παιχνίδι σε ενθαρρύνει να παίξεις τα κομμάτια της Grace σε προοπτική πρώτου προσώπου, και πιστέψτε με, είναι η σωστή επιλογή. Η εμπειρία μαζί της είναι ο ορισμός του πατροπαράδοτου survival horror, θυμίζοντας έντονα τις αρχικές ώρες του Resident Evil 7 και του RE2. Η Grace είναι ευάλωτη, τρομοκρατημένη, και η ερμηνεία της ηθοποιού Angela Sant’Albano αποδίδει αυτή την απόγνωση με ανατριχιαστική πειστικότητα.

Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά όταν έπρεπε να κρυφτώ από μια γιγάντια μεταλλαγμένη γυναίκα που σε κυνηγάει μέσα από αεραγωγούς και σπάει πόρτες με τον παραμικρό θόρυβο. Το inventory της Grace ακολουθεί το κλασικό μοντέλο με τα περιορισμένα slots, απαιτώντας να ψάχνεις απεγνωσμένα για τσαντάκια για να το μεγαλώσεις.

Όμως, το πιο ιδιοφυές στοιχείο στο gameplay της είναι η “οικονομία του αίματος”. Η Grace βρίσκει έναν ειδικό συλλέκτη με τον οποίο μαζεύει αίμα από το περιβάλλον ή από τα πτώματα των εχθρών. Μέσω μικροσκοπίου, μπορείς να αναλύσεις αυτό το αίμα και, συνδυάζοντάς το με άλλα υλικά, να φτιάξεις πυρομαχικά ή τον “αιμολυτικό ενέτη”. Αυτός ο ενέτης είναι κρίσιμος: μπορεί να σκοτώσει εχθρούς ακαριαία με stealth ή να αποτρέψει την αναβίωση των εφιαλτικών “Blister heads”, λειτουργώντας παρόμοια με την καύση των Crimson Heads στο παρελθόν. Πολλές φορές βρέθηκα στο δίλημμα: να ξοδέψω τις τελευταίες μου σφαίρες για να ρίξω έναν εχθρό, ώστε να πάρω το αίμα του και να φτιάξω κάτι άλλο, ή να τρέξω να σωθώ; Αυτή η στρατηγική διαχείριση προσθέτει ένα απίστευτο βάθος.

Εάν επιλέξετε μάλιστα το Classic mode, η πρόκληση εκτοξεύεται. Τα auto-saves απενεργοποιούνται σχεδόν πλήρως και η αποθήκευση γίνεται μόνο στις κλασικές γραφομηχανές χρησιμοποιώντας μελανοταινίες (ink ribbons). Κάθε άνοιγμα πόρτας γίνεται με κομμένη την ανάσα, γιατί ένα λάθος μπορεί να σου κοστίσει την πρόοδο της τελευταίας ώρας.

Leon S. Kennedy: Δράση, Αδρεναλίνη και το Βάρος του Παρελθόντος

Αν η Grace είναι το stealth και ο τρόμος, ο Leon είναι η ενσάρκωση της δράσης. Τα δικά του κομμάτια είναι σχεδιασμένα για να παίζονται σε προοπτική τρίτου προσώπου, πάνω από τον ώμο, θυμίζοντας τις καλύτερες στιγμές των Resident Evil 4 και RE6. Ο Leon έχει γίνει πλέον ο… John Wick του franchise. Οι κινήσεις του, τα takedowns, οι κλωτσιές και η ταχύτητά του τον κάνουν μια απόλυτη μηχανή εξολόθρευσης, ενώ δεν παραλείπει ποτέ να ρίχνει τις κλασικές, ατάκες του.

Το combat system εδώ είναι αριστουργηματικό. Οι εχθροί αντιδρούν ρεαλιστικά στα χτυπήματα και στο περιβάλλον, χτυπώντας σε τοίχους ή πέφτοντας από σκάλες, αφήνοντας πίσω τους λίμνες αίματος. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές μου ήταν όταν πυροβόλησα τα πόδια ενός ζόμπι που κρατούσε αλυσοπρίονο. Το ζόμπι έπεσε κάτω, συνέχισε να σέρνεται με το αλυσοπρίονο στο χέρι, το σκότωσα, πήρα το όπλο του και το κάρφωσα σε έναν άλλον εχθρό. Το δεύτερο ζόμπι… τράβηξε το αλυσοπρίονο από την πλάτη του και άρχισε να μου επιτίθεται με αυτό! Το επίπεδο χάους και διαδραστικότητας είναι ανεπανάληπτο.

Ο Leon έχει στη διάθεσή του ένα τσεκούρι, με το οποίο μπορεί να κάνει parry τις επιθέσεις. Το τσεκούρι φθείρεται (ειδικά αν αποκρούσεις αλυσοπρίονα) και πρέπει να το ακονίζεις τακτικά, προσθέτοντας μια τακτική πινελιά στις μάχες. Επίσης, η διαχείριση του inventory του γίνεται μέσω της αγαπημένης βαλίτσας του RE4, χωρίς περιορισμούς βάρους, ενώ τα saves του γίνονται ελεύθερα σε υπολογιστές, χωρίς την ανάγκη για μελανοταινίες, γεγονός που ταιριάζει απόλυτα στον action ρυθμό της καμπάνιας του. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το σύστημα αναβαθμίσεων του Leon, το οποίο θυμίζει arcade scoring: μαζεύεις πόντους σκοτώνοντας εχθρούς και αγοράζεις βελτιώσεις από ειδικά κουτιά, καθώς δεν υπάρχει κάποιος έμπορος στο παιχνίδι.

Αυτό που ενώνει συμβολικά και πρακτικά τους δύο πρωταγωνιστές είναι το ομώνυμο όπλο, το “Requiem”. Πρόκειται για ένα πανίσχυρο magnum που περνάει από τα χέρια του ενός στον άλλον, αποτελώντας την έσχατη λύση όταν τα πράγματα σκουραίνουν.

Ο Εχθρός, η Μνήμη και η Τεχνητή Νοημοσύνη

Μια από τις πιο ανατριχιαστικές καινοτομίες του Requiem αφορά την ίδια τη φύση των ζόμπι. Λόγω του ιού Elpis, οι μολυσμένοι διατηρούν ένα είδος “υπολειπόμενης μνήμης” από την προηγούμενη ζωή τους. Έτσι, μπορεί να πετύχεις ένα ζόμπι που φοράει στολή καθαρίστριας να προσπαθεί μηχανικά να σφουγγαρίσει, ή έναν μάγειρα να κόβει κάτι στον πάγκο της κουζίνας, μουρμουρίζοντας λέξεις. Αυτό δεν είναι μόνο ανατριχιαστικό αφηγηματικά, αλλά επηρεάζει και το gameplay. Μπορείς, για παράδειγμα, να ανάψεις έναν διακόπτη φωτός, γνωρίζοντας ότι το ζόμπι θα νιώσει την ψυχαναγκαστική ανάγκη να πάει να τον κλείσει, δίνοντάς σου την ευκαιρία να περάσεις αθόρυβα από πίσω του. Αυτές οι δυναμικές προσεγγίσεις με βάση τον ήχο και το φως κάνουν το level design το οποίο είναι εξαιρετικά αλληλένδετο και καλοφτιαγμένο να λάμπει.

Οι μάχες με τα bosses είναι ίσως το μόνο σημείο που το παιχνίδι κάνει μια μικρή “κοιλιά”, καθώς ορισμένα από αυτά δεν μένουν τόσο έντονα στη μνήμη σε σύγκριση με παλαιότερους τίτλους. Παρόλα αυτά, πλάσματα όπως η “Big Mama” ή το εφιαλτικό “Μωρό” προσφέρουν άκρως στρεσογόνες στιγμές.

Οπτικοακουστικός Τομέας: Ένα Τεχνολογικό Θαύμα

Σε τεχνικό επίπεδο, το Resident Evil Requiem είναι ένα πραγματικό κομψοτέχνημα. Παίζοντας το σε PS5, η RE Engine της Capcom αποδεικνύει για άλλη μια φορά γιατί θεωρείται μια από τις καλύτερες μηχανές γραφικών της βιομηχανίας. Τα μοντέλα των χαρακτήρων, οι υφές (textures) και κυρίως ο φωτισμός είναι σεμιναριακού επιπέδου.

Επιπλέον, η ενσωμάτωση του DualSense στο PS5 είναι φανταστική. Νιώθεις τον αντίκτυπο κάθε βολής, το βάρος του τσεκουριού, ακόμα και τις σταγόνες της βροχής στην περιοχή του Wrenwood. Ηχητικά, το παιχνίδι είναι αριστούργημα. Ο σχεδιασμός του ήχου είναι τόσο ακριβής που σου επιτρέπει να καταλάβεις από πού έρχεται ο κίνδυνος, ενώ οι ερμηνείες των ηθοποιών, οι οποίοι έδωσαν τα πρόσωπα και τις κινήσεις τους μέσω motion capture, αγγίζουν τα επίπεδα παραγωγών τύπου The Last of Us (από το οποίο το παιχνίδι έχει ξεκάθαρες επιρροές, τόσο στην ατμόσφαιρα όσο και στη δομή). Το μόνο μου μικρό παράπονο στον ηχητικό τομέα είναι ότι οι μελωδίες στα save rooms δεν είναι τόσο εμβληματικές και αξιομνημόνευτες όσο στα αρχικά παιχνίδια της σειράς, μένοντας κάπως στο παρασκήνιο.

Συμπέρασμα: Το Απόγειο του Resident Evil

Κλείνοντας αυτό το review, συνειδητοποιώ πόσο δύσκολο είναι για ένα franchise 30 ετών να παραμένει όχι απλά σχετικό, αλλά να θέτει τα στάνταρ για τη βιομηχανία. Η Capcom πήρε ένα τεράστιο ρίσκο ενώνοντας το παραδοσιακό, αργό και κλειστοφοβικό survival horror της Grace, με το ξέφρενο, arcade, γεμάτο αδρεναλίνη action gameplay του Leon. Η μετάβαση από το ένα στυλ στο άλλο γίνεται τόσο ομαλά και δικαιολογείται τόσο ωραία από την αφήγηση, που δεν νιώθεις ποτέ τον λεγόμενο “τονικό αποπροσανατολισμό”.

Ευχαριστούμε θερμά την CD Media για την ευγενική παραχώρηση του παιχνιδιού για τις ανάγκες του review.

You may also like