Μισή σχεδόν δεκαετία πριν το πρώτο Resident Evil, το survival horror βρήκε τις ρίζες του στο Alone in the Dark (1992), ένα 3D action-adventure horror από την Infogrames. Σε εκείνο το παιχνίδι, ο παίκτης χειριζόταν τους πρωταγωνιστές Edward Carnby (ο μελλοντικός σταρ της σειράς) και Emily Hartwood καθώς έφταναν στο Derceto Manor προς αναζήτηση του Jeremy Hartwood, θείου της Emily. To Alone in the Dark ήταν καινοτόμο για την εποχή του, καθώς τα PC έκαναν δειλά τα πρώτα βήματα τους σε real time 3D εμπειρίες, προσφέροντας πλήρως 3D gameplay (ένα από τα πρώτα παιχνίδια που το έκανε αυτό), τόσο σε χαρακτήρες όσο και σε περιβάλλοντα σε αντίθεση με την μίξη 3D & sprites που ήταν η νόρμα έως τότε – ακόμα και οι μάγοι της iD Software έπαιζαν με αυτό το μιξ μέχρι την κυκλοφορία του Quake I (1996), ενώ είχε ήδη βγει η τριλογία Alone in the Dark.
Για να μπορέσει να ισορροπήσει τις απαιτήσεις σε hardware, χρησιμοποίησε τις πλέον χαρακτηριστικές στο είδος στατικές γωνίες λήψης αλλά και τα tank controls. Πάνω σε αυτό πάτησε και το Resident Evil με το ίδιο να αποτελεί remake του horror RPG Sweet Home (1989) και με τον Mikami να έχει παραδεχτεί το πόσο επηρεάστηκε από το Alone in the Dark και έφερε τα survival horror στο προσκήνιο. Αν και η σειρά Alone in the Dark πήρε πολύ γρήγορα την κατηφόρα, αλλάζοντας τα αλλόκοσμα τέρατα του 1ου παιχνιδιού με… πειρατές και φαντάσματα στο 2ο και 3ο μέρος αντίστοιχα, και ενώ πήρε τα πάνω της με το πολύ καλό 4ο παιχνίδι πριν ξαναβουτήξει στο κενό, δεν γίνεται να μην αναγνωρίσουμε την σημαντική κληρονομιά που κουβαλάει, μια κληρονομιά που καλείται να σεβαστεί και να συνεχίσει το σημερινό Alone in the Dark (2024).

Ως remake του αρχικού Alone in the Dark, η ιστορία ξεκινάει στη Louisiana το 1920 με τους 2 πρωταγωνιστές να φτάνουν στο Derceto και να αποφασίζουν *επιτόπου* να το διαρρήξουν όταν δεν απαντάει κανείς στο κουδούνι. Μέσα στην έπαυλη, γνωρίζουν τους ασθενείς αλλά και το προσωπικό, καθώς το Derceto manor είναι ένας προορισμός για τους ‘ψυχικά κουρασμένους’ όπως αναφέρει η περιγραφή του τίτλου. Αυτό που γίνεται εμφανές από την πρώτη επαφή είναι πως κατι περίεργο λαμβάνει χώρα εδώ, καθώς όλοι οι ασθενείς είναι λίγο ύποπτες προσωπικότητες ο καθένας στην κοσμάρα του σε στυλ συμπρωταγωνιστών Silent Hill. Στο δωμάτιο του Jeremy οι ήρωες μας βρίσκουν ένα μενταγιόν το οποίο αναφέρει ο Jeremy στις σημειώσεις του ότι επιτρέπει την είσοδο σε άλλους κόσμους και εκεί αρχίζει και παίρνει τα πάνω του το σενάριο. Οι χαρακτήρες θα περάσουν από πολλές παράλληλες/εναλλακτικές πραγματικότητες στην έρευνα τους για τον Jeremy, και αυτή η εναλλαγή μεταξύ (ενίοτε πολύ ενδιαφέροντών) κόσμων είναι από τα δυνατά σημεία του παιχνιδιού.
Αν και το παιχνίδι εμπεριέχει combat το οποίο θα πιάσουμε σε λίγο, τα κύρια gameplay χαρακτηριστικά του είναι οι γρίφοι και η εξερεύνηση του Derceto. Οι γρίφοι ποικίλουν μεταξύ πολύ απλών «βάλε τα panels στη σωστή σειρά» και πιο σύνθετων γρίφων που απαιτούν τον παίκτη να ανατρέξει στις σημειώσεις που έχει μαζέψει αλλά και στα hints που υπάρχουν στους χώρους του παιχνιδιού π.χ. σε πίνακα ζωγραφικής ή φωτογραφίες – σε αρκετούς μάλιστα ένιωσα την old school ανάγκη να βγάλω χαρτί και μολύβι και να σημειώνω! Η εξερεύνηση του Derceto γίνεται αργά, μεθοδικά και με την χρήση -πολλών- κλειδιών – σε όσους είχε φανεί αστείο το ότι η έπαυλη στο Resident Evil ήθελε 4-5 κλειδιά εδώ θα σκάσουν στα γέλια καθώς το Derceto έχει τουλάχιστον μια δεκαριά! Ο γνωστός κύκλος του μπαίνω σε νέο χώρο – λύνω γρίφο – παίρνω κλειδί/αντικείμενο για να ανοίξω νέο χώρο είναι εδώ και είναι το ίδιο απολαυστικός όπως πάντα, με πολύ μικρές ‘ενοχλήσεις’ από άλλους χαρακτήρες καθώς το παιχνίδι σε αφήνει να παίξεις για μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς να νιώθει την ανάγκη να σου πετάξει ένα cutscene σε κάθε νέο δωμάτιο που μπαίνεις. Γενικά οι γρίφοι, η εξερεύνηση αλλά και η αλλόκοσμη ατμόσφαιρα του παιχνιδιού είναι τα δυνατά του σημεία και το κουβαλάνε μέχρι τα 2/3α όπου καρφώνει 5η το στόρι και δεν σε αφήνει να ξεκολλήσεις.

Μιλώντας πιο παλιά για το The Medium που είναι επίσης ένα adventure horror παιχνίδι, είχα σχολιάσει ότι αν η Bloober Team έβαζε ένα στοιχειώδες σύστημα μάχης το παιχνίδι θα έπαιρνε άνετα έναν ακόμα βαθμό και θα μπορούσε να συζητιέται ως μοντέρνο διάδοχο των Silent Hill (και μάλλον η Konami συμφώνησε μαζί μου και γι’αυτό τους έδωσε τα ηνία για το Silent Hill 2 Remake). Η επιθυμία μου έγινε πραγματικότητα λοιπόν με το σύστημα μάχης του Alone in the Dark, το οποίο είναι τόσο ‘βασικό’ που δεν μου βγάζει από το μυαλό ότι πατάει πάνω σε κάποιο combat system pack από το Unreal Engine Marketplace παρά ότι φτιάχτηκε εξαρχής από τους developers. 3 όπλα (πιστόλι, καραμπίνα, πολυβόλο), melee όπλα που σπάνε μετά από μερικά hits άσχετα αν είναι σκούπα, φτυάρι ή βαριοπούλα, stealth το οποίο… υπάρχει, υποθέτω… αντικείμενα που μπορούμε να πετάξουμε για αντιπερισπασμό ή και κατά την διάρκεια της μάχης τα οποία είναι όμως τόσο clunky και περιοριστικά στον χειρισμό που τις περισσότερες φορές τα άφησα στην ησυχία τους, και ένα άτσαλο dodge που νομίζω ταιριάζει κουμπί με το άτσαλο combat και που αισθάνομαι ότι θα μπορούσε να βγάλει όλο το παιχνίδι ο παίκτης με κατάλληλο dodge, πολεμώντας ελάχιστες φορές. Το Alone in the Dark παρέχει ελάχιστα παραπάνω ποικιλία σε εχθρούς απ’ ότι το Resident Evil 7, με κανέναν εχθρό να είναι αξιομνημόνευτος με εξαίρεση τον μεγάλο κακό. Γενικά το σύστημα μάχης οριακά μπορούσε και να απουσιάζει, αν και επειδή το θεωρώ απαραίτητο να υπάρχει σε horror και μη παιχνίδια, χαίρομαι που υπάρχει και ας είναι και αδιάφορο.

Στον τεχνικό τομέα το παιχνίδι δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο. Τα γραφικά είναι σε γενικές γραμμές ‘καλά’, καθώς η Unreal Engine καθιστά δύσκολο να χαντακωθεί το οπτικό αποτέλεσμα. Τα αντικείμενα ειδικά όταν γίνονται close ups στα παζλ έχουν ωραίο και ενδιαφέρον σχεδιασμό (σήμα κατατεθέν των ριζών adventure που έχει η σειρά), τα περιβάλλοντα είναι αρκετά moody και ατμοσφαιρικά αν και κλισέ για ιστορία του είδους χωρίς κάτι που να εντυπωσιάζει με εξαίρεση 1-2 περιοχές που με ενθουσίασαν λόγω lore περισσότερο παρά λόγω καλλιτεχνικής απόδοσης, η swing/lounge jazz που πλαισιώνει την μουσική του παιχνιδιού μένει στον παίκτη κυρίως γιατί εμφανίζεται στην εναλλαγή μεταξύ «silent hill» και κανονικού κόσμου όπου οι χαρακτήρες κοντοστέκονται για λίγα δευτερόλεπτα να συνέλθουν από το σοκ ενώ κάποιος από τους τρόφιμους τους πιάνει κουβέντα, και ενισχύει το “WTF” του παιχνιδιού. Το voice acting είναι πολύ καλό από τους περισσότερους χαρακτήρες αν και αυτή η τραχιά φωνή της Jodie Comer που υποδύεται την Emily Hartwood με κάνει να θέλω να την ταΐσω ένα πακέτο καραμέλες για τον λαιμό της. Στα γραφικά συνάντησα κάποια bugs όπως να κολλήσω στο περιβάλλον με μόνη λύση το reload, κάποια αντικείμενα που ήταν λίγο προβληματικό να καταφέρω το interact τους, και η κάμερα είχε θέματα clipping σε κάποια σημεία ιδιαίτερα σε μάχες μέσα σε κλειστούς χώρους, ενώ φυσικά δεν λείπει το σήμα κατατεθέν stuttering της Unreal σε αρκετά σημεία. Γενικά όχι σπουδαία ή gamebreaking προβλήματα, αλλά ακόμα ένας τομέας που χαρακτηρίζεται ως μέτριος.
Κλείνοντας, να πω ότι αρχικά το παιχνίδι το είχα αξιολογήσει μεταξύ 6.5-7.5, και παίζοντας το στο stream το ανέβασα στο 8. Πλέον που έχει περάσει το hype εκείνης της 1ης επαφής, νομίζω ένα 7.5 είναι τίμιο για αυτό που προσωπικά έλαβα.
Ευχαριστούμε την Enarxis Multimedia για την διάθεση του τίτλου.


