Daemon X Machina: Titanic Scion | The Review

Γράφει ο/η Παναγιώτης Δημητρακόπουλος

Το Daemon X Machina είναι ένα mecha action παιχνίδι που κυκλοφόρησε πριν αρκετά χρόνια χωρίς ιδιαίτερη προσοχή. Η αλήθεια είναι πως η αποκλειστικότητά του (αρχικά) στο Nintendo Switch αλλά και το έντονα στιλιζαρισμένο εικαστικό του ύφος δεν το βοήθησαν να λάμψει. Στον τίτλο, αναλαμβάνουμε τον ρόλο ενός μισθοφόρου πιλότου που χειρίζεται ένα “Arsenal”, ένα τεράστιο μηχανικό ρομπότ και συμμετέχει σε μάχες εναντίον εχθρικών μηχανών που έχουν αποκτήσει αυτονομία ύστερα από την πτώση της Σελήνης στη Γη. Η ιστορία, αν και τυπική για τον συγκεκριμένο χώρο, προσπαθεί να δώσει βάθος μέσα από χαρακτήρες με διαφορετικά κίνητρα και ηθικά διλήμματα, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η τεχνητή νοημοσύνη και η ανθρώπινη φύση συγκρούονται.

Το παιχνίδι εστίαζε στην ελευθερία κίνησης και στη στρατηγική χρήση όπλων και εξοπλισμού. Οι μάχες λαμβάνουν χώρα σε ανοιχτούς χώρους, με τον παίκτη να μπορεί να πετάει, να ελίσσεται και να χρησιμοποιεί ένα ευρύ φάσμα όπλων, ενώ η δυνατότητα συλλογής και ανταλλαγής εξαρτημάτων από ηττημένους εχθρούς δίνει μια δυναμική αίσθηση εξέλιξης. Η προσαρμογή του Arsenal με την σειρά της, ενθαρρύνει διαφορετικά στυλ παιχνιδιού, από επιθετικά “run and gun” μέχρι πιο προσεκτικές τακτικές δημιουργίες με έμφαση στη διαχείριση πόρων. Το αποτέλεσμα είναι μια εμπειρία που μπορεί να φανεί επαναλαμβανόμενη, αλλά ως επί τω πλείστων κατάφερε να ικανοποιήσει όσους αγαπούν τα γρήγορα mech shooters με έντονη αίσθηση ελέγχου και ελευθερίας – όχι βέβαια στον βαθμό του Armored Core 6.

Όταν λοιπόν, ανακοινώθηκε το Daemon X Machina: Titanic Scion ως ένας από τους τίτλους που θα “λάμψουν” στο Nintendo Switch 2 η αλήθεια είναι πως είχα μερικούς ενδοιασμούς. Ο πρώτος τίτλος όντως δεν κατάφερε να τραβήξει την προσοχή μου όσο ιδανικά θα ήθελα οπότε η δεύτερη προσπάθεια ίσως να το άλλαζε αυτό. Συγκεκριμένα, η αλλαγή των Arsenal με exosuits έκανε το action mecha gameplay πιο δυναμικό, πιο γρήγορο και πιο έντονο θυμίζοντάς μας κάτι από εποχές Anthem και Exoprimal. Πέρα από τα mechs, που από τεράστια Arsenal μετατρέποντα σε μικρότερα exosuit Arsenals, έχουμε και μια διαφορετική ιστορία που κυμαίνεται στα όρια της πρώτης.

Περίπου 283 χρόνια μετά την αποίκιση ενός νέου “Μπλε Πλανήτη”, οι κάτοικοί του νέου πλανήτη επέζησαν στις συγκρούσεις ενάντια με τους ανθρώπους της “Earth Prime”. Η σελήνη συγκρούστηκε με τον πλανήτη-μητέρα (Day of Awakening), απελευθερώνοντας την ενέργεια Femto, που μεταμόρφωσε ανθρώπους και πλανητικά είδη σε νέα πλάσματα. Οι μεταλλάξεις αυτές έθρεψαν την εμφάνιση των Outers – ανθρώπων με υπεράνθρωπες ικανότητες – και των επιθετικών οργανικών-μηχανικών πλασμάτων γνωστών ως Immortals.

Οι Outers αποξενώθηκαν από την υπόλοιπη ανθρωπότητα κι εν τέλει οργάνωσαν μια στρατιωτική εξουσία από τον ουρανό, την Sovereign Axiom, η οποία κυβέρνησε μέσω τροχιακών δορυφόρων, γνωστών ως «Gardens». Αντίθετα, οι ανθρώπινες κοινότητες στην επιφάνεια σχημάτισαν τους Reclaimers, μια οργάνωση που έχει ως σκοπό την αντίσταση στην τυραννία της Axiom.

Μέσα σε αυτό το τρίγωνο πολέμου, ένας εξόριστος Outer συντρίβεται στην έρημο δίπλα στην μεγαλύτερη ανθρώπινη αποικία – ένα γεγονός που πυροδοτεί την ελπίδα για την ανατροπή της Axiom. Στο ρόλο του ήρωα – μισθοφόρου Outer που συνεργάζεται με τους Reclaimers – λαμβάνουμε μέρος στη μάχη ενάντια τόσο στους Immortals όσο και την επιβολή της Sovereign Axiom, ελπίζοντας να εκκινήσουμε μια επανάσταση για την απελευθέρωση της ανθρωπότητας.

Το Daemon X Machina: Titanic Scion δεν ξεφεύγει πάρα πολύ από την φόρμουλα του προκατόχου του όσο και από την ιστορία – μιας και βλέπουμε όρους όπως Reclaimers, Immortals και Outers να αναφέρονται πάλι σε παρόμοιο ύφος, – ανοίγει όμως σε έναν πιο ζωντανό κόσμο που επιτρέπει την εξερεύνηση σε αντίθεση με το mission-based gameplay που είχαμε μάθει στο παρελθόν. Πάνε οι εποχές που απλά αναλαμβάναμε μια αποστολή από το Terminal και έπρεπε να την ολοκληρώσουμε για να πάμε στην επόμενη. Εδώ έχουμε έναν ανοιχτό κόσμο γεμάτο πόρους, πλάσματα για να αντιμετωπίσουμε, εχθρικές εγκαταστάσεις και κρυφά σημεία που μας καλούν καθόλη την διάρκεια. Φυσικά, δεν λείπουν οι αποστολές στο Terminal αλλά αυτή την φορά μπορούμε να αναλάβουμε μια βασική αποστολή και παράλληλα να έχουμε και side quests σε μια κοινή φλέβα με πιο κλασικά Action RPG του είδους.

Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω την εξερεύνηση και την γενικότερη μετακίνηση θα έλεγα πως μου θυμίζει αρκετά το Xenoblade Chronicles X με την μόνη διαφορά πως η απόδοση δεν είναι το ίδιο ονειρική – κάτι που θα πιάσουμε παρακάτω. Ο χάρτης είναι γεμάτος με Fast Travel points, στρατόπεδα, πύργους, εγκαταλελλειμένα camps, εχθρούς και πόρους που πρέπει να μαζέψουμε για να βελτιώσουμε το Arsenal αλλά και τις εγκαταστάσεις της βάσης μας.

Τα Quests που θα αναλάβουμε ακολουθούν το κλασικό μοτίβο των περισσότερων Action RPGs. Θα πρέπει να συνοδέψουμε πελάτες ή άτομα ενδιαφέροντος, να εξολοθρεύσουμε εχθρούς, να σώσουμε συμμάχους, να αντιμετωπίσουμε μεγάλους Immortals ή μέλη της Axiom και να κινηθούμε όλο και πιο κοντά στον τελικό μας σκοπό. Κάθε επιτυχημένη αποστολή μας ανταμείβει με parts, scraps, λεφτά και άλλα χρήσιμα αντικείμενα.

Πέρα από τα Quest Rewards, τα κομμάτια, τα scraps και άλλοι πόροι μπορεί να γίνουν διαθέσιμα μέσα από διάσπαρτα chests αλλά και από τα πτώματα των εχθρών μας. Το πρώτο μου παράπονο για τον τίτλο είναι πως εδώ, κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε έναν εχθρό μπορεί είτε να τον διαλύσουμε τελείως είτε να πέσει το πτώμα του στο έδαφος όπου και θα μπορέσουμε να το ψάξουμε. Ωστόσο, όταν ψάχνουμε τον εχθρό μας μπορούμε να επιλέξουμε ένα μόνο αντικείμενο από την διαθέσιμη λίστα και όχι όλα όσα υπάρχουν περιορίζοντας έτσι το “hoarding” αλλά και παράλληλα κάνει το ρίσκο λιγότερο επιβραβευτικό. Αυτό ήταν κάτι που υπήρχε και στον πρώτο τίτλο αλλά είχα μια ελπίδα πως εδώ θα άλλαζε, μαζί με το gameplay που είναι αισθητά διαφορετικό.

Το σύστημα μάχης στο Daemon X Machina: Titanic Scion παραμένει ο πυρήνας της εμπειρίας και έχει εξελιχθεί ώστε να προσφέρει ακόμα πιο δυναμικές αναμετρήσεις. Οι μάχες είναι γρήγορες και θεαματικές, επιτρέποντάς μας να κινούμαστε ελεύθερα στον αέρα και στο έδαφος, αποφεύγοντας πυρά και εκτελώντας επιθέσεις με μεγαλύτερη ακρίβεια. Η αίσθηση της ταχύτητας είναι έντονη από τα πρώτα μόλις λεπτά, ενώ οι εχθροί —από μικρά drones έως τα τεράστια Immortals— απαιτούν διαφορετικές προσεγγίσεις και έξυπνη χρήση του εξοπλισμού. Οι αναμετρήσεις συχνά γίνονται χαοτικές, αλλά ο χειρισμός παραμένει αρκετά ομαλός ώστε να επιτρέπεται καλύτερος έλεγχος και εκτέλεση συνδυαστικών κινήσεων με εντυπωσιακό ρυθμό.

Έχουμε στην διάθεσή μας μια πληθώρα επιλογών και έξι διαθέσιμα Slots πάνω στο Arsenal για να τροποποιήσουμε το οπλοστάσιό μας. Μπορούμε να έχουμε melee και ranged όπλα αλλά και παραλλαγές που μπορούμε να τις φοράμε στον ώμο του mech μας για να δημιουργούμε μπαράζ επιθέσεων κατά την διάρκεια της μάχης. Για παράδειγμα, μπορούμε στο ένα χέρι να έχουμε ένα κατάνα, στο άλλο ένα shotgun ή ένα laser weapon, ένα κανόνι ή ένα ρουκετοβόλο στον ώμο μας και βοηθητικά τμήματα όπως μια ασπίδα ή αποθηκευτικό χώρο για σφαίρες. Υπάρχουν πολλοί συνδυασμοί που μπορούμε να κάνουμε και το μόνο σίγουρο είναι πως ποτέ δεν θα μείνουμε στο ίδιο.

Το customization είναι εξίσου κεντρικό στοιχείο και ίσως το πιο εθιστικό κομμάτι του παιχνιδιού. Έχοντας την δυνατότητα να τροποποιήσουμε κάθε πτυχή του Arsenal, από όπλα και πυραυλικά συστήματα μέχρι αμυντικά modules και boosters, μπορούμε να προσαρμόσουμε το mech στο προσωπικό μας στυλ. Η δυνατότητα συλλογής εξαρτημάτων από πεσμένους εχθρούς ενισχύει τη στρατηγική διάσταση, αφού κάθε μάχη μπορεί να αποφέρει νέα κομμάτια για περαιτέρω αναβάθμιση αλλά όπως είπαμε παραπάνω, μας περιορίζει σε αισθητό βαθμό. Παρόλα αυτά, η παραμετροποίηση του mech μας επιτρέπει να νιώσουμε πως κάνουμε ουσιαστικές αλλαγές στην εμφάνιση. Για παράδειγμα, προσωπικά πήγα με την κλασική παλέτα του Neon Genesis Evangelion και συγκεκριμένα του Eva Unit 01 και αργότερα στο Gurren Lagann.

Decals, χέρια, πόδια, θώρακας και κράνη είναι μερικά από τα τμήματα που θα μπορέσουμε να βρούμε από εχθρούς ή να μελετήσουμε για να ξεκλειδώσουμε την δημιουργία τους. Κάθε ένα από αυτά έρχεται με ένα εύρος στατιστικών που επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα του mech μας όπως το πόσο γρήγορα πετάει, πόσο καύσιμο χαλάει ή πόση ασπίδα έχει πριν εκτεθούμε σε σοβαρή ζημιά. Δυστυχώς, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων θα πρέπει πάντα να θυσιάσουμε ένα στατιστικό ώστε να εκτοξεύσουμε ένα άλλο και αυτό το μπρος πίσω μπορεί πολλές φορές να οδηγήσει σε εθιστικά αποτελέσματα.

Στο πλαίσιο της παραμετροποίησης έχουμε και τα Fusions, δηλαδή αλλοιώσεις στο DNA του χαρακτήρα μας ώστε να ξεκλειδώσει νέες ικανότητες, δυνάμεις και αναβαθμίσεις. Κάθε φορά που “φοράμε” ένα Fusion ο ήρωάς μας μπορεί να υποστεί μεταλλάξεις που φαίνονται στην εμφάνισή του και μπορεί να διαφέρουν από μια απλή αλλαγή στα μάτια μέχρι και τερατόμορφες αλλοιώσεις στο σώμα ή τα όργανά του. Αν θέλουμε να τις αφαιρέσουμε βέβαια, μπορούμε να το κάνουμε δίνοντας ένα μεγάλο ποσό στο αντίστοιχο workbench.

Όπως ίσως να έχετε καταλάβει, το γενικότερο gameplay του Titanic Scion δεν αποτελεί κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί σε ανάλογα παιχνίδια, πόσο μάλλον στον πρώτο τίτλο. Ομολογώ πως περίμενα κάτι πιο ιδιαίτερο, τουλάχιστον στο διαδραστικό κομμάτι του. Ωστόσο, εδώ υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που δεν με βοηθούν να το εκτιμήσω ιδιαίτερα, ειδικά στην “νέα” κονσόλα της Nintendo.

Η τεχνική εικόνα του Daemon X Machina: Titanic Scion δείχνει σαφώς βελτιωμένη σε σχέση με τον προκάτοχό του, κάτι που οφείλεται και στο γεγονός ότι κυκλοφορεί στο Switch 2. Τα γραφικά έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη ευκρίνεια και πιο καθαρά εφέ φωτισμού, με αποτέλεσμα οι μάχες να δείχνουν πιο εντυπωσιακές και ο κόσμος να μοιάζει πιο ζωντανός. Παρ’ όλα αυτά, το παιχνίδι τρέχει μέχρι τα 30 FPS, γεγονός που περιορίζει την ομαλότητα της εμπειρίας, ενώ σε ορισμένα σημεία —όπως κατά τη φόρτωση νέων περιοχών, τις γρήγορες πτήσεις ή τις μάχες με πολλούς εχθρούς ταυτόχρονα- παρατηρούνται αρκετά drops και το frame time να είναι αρκετά ασταθές.

Ενώ ανέφερα πως ο χειρισμός είναι καλός κατά την διάρκεια της μάχης, ο γενικότερος χειρισμός του Arsenal είναι ελαφρώς “σκληρός”, με την έννοια ότι απαιτεί χρόνο εξοικείωσης για να νιώσουμε την “απόλυτη άνεση”. Η απουσία υποστήριξης για mouse controls —παρότι το παιχνίδι είναι διαθέσιμο σε Switch 2— είναι μια χαμένη ευκαιρία, καθώς θα μπορούσε να ενισχύσει την ακρίβεια στις μάχες και να προσφέρει πιο προσαρμοσμένη εμπειρία. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική αίσθηση του gameplay παραμένει γρήγορη και αποδοτική, με ξεκάθαρο προσανατολισμό στη δράση.

Παρά την γραφική και αισθητική αναβάθμιση, η απεικόνιση των χαρακτήρων παραμένει ένα ακόμα αδύναμο σημείο. Σε close-ups, τα πρόσωπα δείχνουν κάπως άκαμπτα και η κίνηση των χειλιών, ειδικά στα αγγλικά, δίνει την αίσθηση χαμηλότερου framerate και πως δεν έχει γίνει δουλειά αναπροσαρμογής στο Αγγλικό Lipsync. Αυτό δημιουργεί μια κάπως ξεπερασμένη εντύπωση που θυμίζει παλαιότερα παιχνίδια, όπως το lipsyncing του Crisis Core και αφαιρεί πόντους από τη δραματικότητα των διαλόγων.

Ένα από τα πιο αδύναμα σημεία του Daemon X Machina: Titanic Scion εντοπίζεται στην τεχνική του απόδοση στο Nintendo Switch 2, τόσο σε Docked όσο και σε Portable Mode. Παρά τις βελτιώσεις που έχουν γίνει στα γραφικά, η ευκρίνεια των μοντέλων παραμένει περιορισμένη. Οι γραμμές στις άκρες των mechs και των Immortals εμφανίζονται τραχιές, ενώ η πυκνότητα των εφέ και των οπτικών στοιχείων στην οθόνη συχνά δημιουργεί ένα χαοτικό αποτέλεσμα, που δυσκολεύει την ανάγνωση της δράσης.

Η συνολική εμπειρία επηρεάζεται περαιτέρω από την αστάθεια του ρυθμού στα καρέ. Κατά τη μετάβαση από περιοχή σε περιοχή στον ανοιχτό κόσμο, οι επιδόσεις σημειώνουν έντονες πτώσεις, φτάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και στα 10–15 FPS. Το ασταθές frametime προκαλεί microfreezes, ενώ παρατηρείται και θόλωμα σε συγκεκριμένα εφέ κίνησης, γεγονός που αποδυναμώνει την αίσθηση ροής και ακρίβειας στις μάχες. Πρόκειται για τεχνικές αδυναμίες που αφαιρούν πόντους από την εμπειρία και δεν ανταποκρίνονται πλήρως στις προσδοκίες που συνοδεύουν μια κυκλοφορία στην πλατφόρμα νέας γενιάς της Nintendo. Στους υπολογιστές η εμπειρία περνάει στο άλλο άκρο, με πολύ καλύτερα γραφικά, καθαρότερη εικόνα και πάνω από 60fps επιτρέποντας έτσι στον τίτλο να είναι πολύ πιο όμορφος απ’ότι στο Switch 2.

Παραδόξως, παρατήρησα κάτι όσο έπαιζα με τις ρυθμίσεις. Δυστυχώς, δεν υπήρχε κάποιο Performance Mode για να εκμεταλλευτούμε όμως δύο διαφορετικές ρυθμίσεις για το Lens Flare και το Chromatic Abberation όταν τις έκλεισα φαίνεται να βοήθησαν αρκετά τον ρυθμό των καρέ αλλά και την γενικότερη εμφάνιση του παιχνιδιού. Ενδεχομένως, μερικά patches ίσως “στρώσουν” την απόδοση αλλά κάποιος μπορεί απλά να ελπίζει.

Τελειώνοντας, ένα αστείο χαρακτηριστικό στο συνολικό gameplay είναι τα ονόματα στις περιοχές, τα όπλα, τα εξαρτήματα και τις δυνάμεις. Κάθε όνομα έχει ελληνική προέλευση αλλά ο τρόπος που αποδίδονται αφήνει μια περίεργη εντύπωση. Είναι περίεργο να βλέπεις όπλο με όνομα “Levendis” ή ένα τόξο με το όνομα “Orthia” ή έναν Immortal με το όνομα “Sklhros”. Αν και δεν είναι κάτι που επηρεάζει την εμπειρία, είναι αστείο αν το παρατηρήσει κανείς.

Συνολικά, το Daemon X Machina: Titanic Scion αφήνει μια γεύση ανεκπλήρωτης προσδοκίας. Παρά τις βελτιώσεις στο gameplay και το ανανεωμένο σύστημα μάχης, οι τεχνικές αδυναμίες, η μέτρια απόδοση στο Switch 2 και η αίσθηση ότι δεν υπάρχει κάτι πιο ουσιαστικό στην βασική φόρμουλα μας αφήνουν να ζητάμε το κάτι πολύ παραπάνω. Η εμπειρία δείχνει να πατάει περισσότερο στη μνήμη παλαιότερων τίτλων του είδους παρά να ανοίγει νέους δρόμους, με αποτέλεσμα η διασκέδαση να συνοδεύεται από συνεχή υπενθύμιση των περιορισμών της. Για ένα παιχνίδι που φιλοδοξούσε να αποτελέσει δείγμα γραφής της νέας κονσόλας της Nintendo, το αποτέλεσμα είναι τελικά περισσότερο απογοητευτικό παρά εντυπωσιακό.

Ευχαριστούμε την εκδότρια εταιρεία για την παραχώρηση του Review Code.

You may also like