Το Diablo είναι μια σειρά που κατάφερε να βάλει τα ARPG για τα καλά στο Πάνθεο των παιχνιδιών ρόλου και δράσης. Με τα δύο πρώτα παιχνίδια να αποτελούν τα μικρά διαμαντάκια της κάποτε αγαπημένης Blizzard και να μας βουτάνε σε έναν κόσμο γεμάτο σκοτάδι και δαίμονες, ο τρίτος τίτλος της σειράς, ο οποίος βρισκόταν υπό ανάπτυξη για 11 χρόνια περίπου εκτόξευσε αυτή την δημοτικότητα στα ύψη. Ωστόσο, το περιεχόμενό του σε συνδυασμό με τις αλλαγές τόσο στην ατμόσφαιρα όσο και σε άλλα στοιχεία του, αλλά και οι 29 Seasons μαζί με τα expansions και το μετέπειτα περιεχόμενο δημιούργησαν διχόνοια μεταξύ των παικτών ενώ οι πιο “σκληροπυρηνικοί” ένιωθαν να αποξενώνονται.
Το Diablo IV έρχεται να επαναφέρει την σειρά σε πιο κλασικά και σκοτεινά μονοπάτια υιοθετώντας μηχανισμούς που φαντάζουν γνώριμοι στους περισσότερους φίλους της σειράς ενώ όσοι έχουν ασχοληθεί με τα πιο “μοντέρνα” ARPG θα βρουν και αυτοί κάτι στα γούστα τους. Mounts, νέο περιεχόμενο, νέα ιστορία, νέοι τρόποι για να ανοίγουμε skills και να ενδυναμώνουμε τον χαρακτήρα μας είναι μόνο μερικά από τα στοιχεία που μας υπόσχεται η ομάδα ανάπτυξης για αυτή την νέα προσθήκη. Όσοι εθίστηκαν στον κόσμο του Diablo 3 θα νιώσουν αρκετά την διαφορά αλλά οι λάτρεις των παιχνιδιών αυτών θα καταλάβουν γιατί αυτή η σειρά έγινε αγαπημένη παγκοσμίως.
H εμφάνιση, η πιο “ευχάριστη” ατμόσφαιρα και η πιο “cartoon-like” αισθητική του Diablo 3 έχουν αλλάξει με μια πιο σκοτεινή, πιο άχρωμη και σίγουρα πιο αιματηρή χροιά που παραπέμπει περισσότερο στα παλιότερα παιχνίδια της σειράς και αποτυπώνει επιτυχώς το χάος που προέκυψε μετά τα γεγονότα του Diablo 3. Εδώ υπάρχουν οι δομές για κάτι έντονο, κάτι που θα μείνει χαραγμένο στην μνήμη μας και μας προετοιμάζει για ακόμα περισσότερο περιεχόμενο.

Η ιστορία του Diablo IV λαμβάνει χώρα 50 χρόνια μετά τα γεγονότα του Diablo III: Reaper of Souls, όπου ο Παράδεισος και η Κόλαση βρίσκονται στο χάος μετά την μάχη τους . Σε αυτόν το σκοτεινό και απειλητικό κόσμο, η ανθρωπότητα βρίσκεται σε συνεχή κίνδυνο, κοντά στον αφανισμό, αντιμετωπίζοντας δαιμονικές δυνάμεις που απειλούν να καταστρέψουν το Καταφύγιο (Sanctuary).
Το τέταρτο παιχνίδι της σειράς περιστρέφεται για άλλη μια φορά, γύρω από την σύγκρουση μεταξύ των ανθρώπων και των αρχέγονων δαιμόνων, οι οποίοι επιδιώκουν να ανακτήσουν την κυριαρχία τους στον κόσμο. Η Lilith, κόρη του Mephisto, επιστρέφει ως κεντρική φιγούρα στην ιστορία, ελέγχοντας τα γεγονότα για να προωθήσει τη δική της κυριαρχία. Οι ενέργειές της ξεκινούν μια καταστροφική αλυσίδα γεγονότων που βυθίζουν το Καταφύγιο στο χάος, και είναι πλέον καθήκον μας να αντιμετωπίσουμε το επικείμενο σκοτάδι.
Ξεκινάμε μια αποστολή για να αποκαλύψουμε την αλήθεια πίσω από την επανεμφάνιση της Lilith και την εξέλιξη της αποκάλυψης. Θα συναντήσουμε μια ποικιλία νέων και παλιών γνωστών χαρακτήρων, απομεινάρια αρχαίων πολιτισμών και διεφθαρμένες οντότητες που εκμεταλλεύονται το χάος για προσωπικό τους όφελος.

Ο κόσμος του Sanctuary είναι πιο σκοτεινός από ποτέ και κάθε αποστολή που θα αναλάβουμε συνοδεύεται από ορδές δαιμόνων και απέθαντων, καταστροφή και φυσικά τον θάνατο. Υπάρχουν πέντε μεγάλες περιοχές που θα μπορούμε να εξερευνήσουμε με όποια σειρά θέλουμε. Θα περιπλανηθούμε σε αχανείς και άδειες ερήμους, στοιχειωμένα δάση, τρομακτικά και μυστήρια μπουντρούμια, κατεστραμμένες πόλεις και χωριά, με την κάθε μια να είναι γεμάτη κινδύνους, ορδές δαιμόνων και παντοδύναμων αφεντικών και την παρουσία των Prime Evils.
Από τις πρώτες ώρες η ιστορία μπορεί να θεωρηθεί προβλέψιμη, τουλάχιστον μέχρι να φτάσουμε στα τελευταία κεφάλαια. Ο πρόλογος μου θύμισε κάτι από Resident Evil 4 ή Village λόγω των γεγονότων και πως αυτά εκτυλίχθηκαν για να φτάσουμε στο ότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε την Lilith και να σώσουμε – για άλλη μια φορά – στην ανθρωπότητα.

Η πρώτη μεγάλη διαφορά που γίνεται αισθητή από την αρχή του παιχνιδιού είναι πως πρόκειται για ένα μοναχικό ταξίδι αφού το σύστημα των Followers δεν υπάρχει πλέον. ΟΙ μισθοφόροι Enchantress, Templar και Scoundrel δεν υπάρχουν πλέον με το παιχνίδι να μας δίνει μια στο τόσο συντρόφους στην μορφή χαρακτήρων σημαντικών για την ιστορία. Δεν είναι όμως το ίδιο καθώς αυτοί μένουν μαζί μας για λίγο χρονικό διάστημα και δεν μπορούμε να τους τροποποιήσουμε όπως θέλουμε.
H μοναξιά αυτή ταιριάζει στον τόνο του νέου παιχνιδιού αφού είμαστε απομονωμένοι σε έναν κόσμο γεμάτο κινδύνους, τέρατα σε κάθε γωνία και την απειλή του αφανισμού συνεχώς στον αέρα.

Σε σχέση με τα προηγούμενα παιχνίδια της σειράς που έδιναν μια αίσθηση πιο κλειστών περιοχών, το Diablo IV προσφέρει μια πιο ανοιχτή εμπειρία. Θα εξερευνήσουμε έναν πιο ανοιχτό κόσμο που συνδέεται αρμονικά από την αρχή μέχρι το τέλος – με το fast travelling να εξακολουθεί να είναι ο πιο πιστός μας φίλος – ενώ παράλληλα μας δίνεται η ελευθερία να επιλέξουμε την κατεύθυνση μας και να ολοκληρώσουμε παράπλευρες αποστολές πριν προχωρήσουμε την βασική ιστορία. Δεν ξέρω αν πρέπει να τολμήσω να πω πως οι επιρροές των Lost Ark, Path of Exile και Elden Ring (ξέρω, διαφορετικό παιχνίδι αλλά θα καταλάβετε γιατί το λέω) είναι εμφανείς αλλά αφού μιλάμε για ανοιχτό πλέον κόσμο, η ύπαρξη των mounts κάνει την μετακίνηση μια ακόμα πιο εύκολη υπόθεση.
Η εξερεύνηση πλαισιώνεται από τις συνεχόμενες μάχες ενάντια σε γνωστούς και νέους δαίμονες, αφεντικά μεγαλύτερα από αυτό που είχαμε συνηθίσει και εκπλήξεις που μας περιμένουν σε κάθε γωνία. Κάθε εχθρός είναι τόσο δυνατός όσο είμαστε και εμείς με αποτέλεσμα να μην νιώθουμε πως πρέπει να κάνουμε το άλλοτε απαραίτητο “grind” για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε σε νέες προκλήσεις. Έτσι, ακόμα και αν παραβλέψουμε τις διάφορες παράπλευρες αποστολές και τις αφήσουμε για αργότερα θα δούμε πως οι εχθροί και οι αποζημιώσεις παραμένουν ελκυστικές ακόμα και στο τέλος.

Ακόμα και αν ο κόσμος είναι μουντός και σκοτεινός, η έλξη να ψάξω κάθε σπιθαμή του για μυστικά και ιστορικά στοιχεία παραμένει αμείωτη, κάτι που μεταφέρεται με επιτυχία από παιχνίδι σε παιχνίδι. Ο ανοιχτός κόσμος προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες για ενδυνάμωση και θησαυρούς με μπουντρούμια που καλούμαστε να ολοκληρώσουμε – με το εικονίδιο του θησαυρού να μας επιβεβαιώνει αν το έχουμε εξερευνήσει ή όχι – αλλά και με overworld events που ενώ μπορεί να διακόπτουν την ροή ενός quest είναι τόσο σύντομα που αξίζουν τον κόπο. Αυτά τα events γίνονται ακόμα πιο ευχάριστα με την παρουσία άλλων παικτών που, για πρώτη φορά στα δεδομένα της σειράς, μπορούμε να δούμε να ταξιδεύουν στον κόσμο και να συμμετέχουν άμεσα στα δρώμενά του χωρίς να χρειάζεται η δημιουργία κάποιου party.
Την παράσταση κλέβουν όμως οι κλάσεις που υπάρχουν και η παραμετροποίηση που μπορούμε να κάνουμε σε αυτές μέσω του φθηνού Skill Respec. Κάθε κλάση έχει το δικό του μοναδικό χαρακτηριστικό είτε αυτό είναι να διαμελίζουμε τους εχθρούς μας με τα τσεκούρια και τα σπαθιά του Barbarian, είτε να κρατάμε ζωντανούς τους σκελετούς μας είτε να ενισχύουμε τις δυνάμεις μας ως Druids ή Sorcerers.

Όπως είπαμε η βασική λούπα στο gameplay είναι η ίδια όπως με όλα τα παιχνίδια του είδους. Σκοτώνουμε ορδές δαιμόνων, ολοκληρώνουμε αποστολές και όλα αυτά έχουν ως απώτερο σκοπό την απόκτηση δυνατότερου εξοπλισμού ώστε να βρούμε το build που ταιριάζει στο στυλ παιχνιδιού μας. Εδώ, η δράση είναι πιο αργή, πιο μεθοδική και στρατηγική. Θυσιάζεται η φρενίτιδα και η ταχύτητα του Diablo 3 για μια λούπα που παραπέμπει περισσότερο στα Diablo I και Diablo II και σίγουρα θα αποξενώσει όσους είχαν συνηθίσει σε άλλα δεδομένα. Ωστόσο, έπιασα πολλές φορές τον εαυτό μου να απολαμβάνει το αργό gameplay και να αφήνω την ώρα να περνάει “νερό” σκεπτόμενος “λίγα quest ακόμα, λίγα mobs ακόμα”.
Τα όπλα, οι πανοπλίες και τα αξεσουάρ μας θα μας βοηθήσουν στο εγχείρημα να γίνουμε δυνατότεροι, με ικανότητες και perks που είναι μοναδικά για κάθε κλάση ενώ η δυνατότητα να τα τροποποιήσουμε περαιτέρω μέσω των Blacksmiths και των runes συνδυάζεται με την δυνατότητα του Respec ώστε να δημιουργήσουμε τα πιο καταστροφικά builds. Κάθε κομμάτι του εξοπλισμού μας μπορεί να αναβαθμιστεί χρησιμοποιώντας υλικά όπως δέρματα, ορυκτά και σπανιότερα αντικείμενα με σκοπό να ενισχύσουμε την ζημιά και την αντοχή σε επιθέσεις.

Υπάρχει κάτι εθιστικό στο να δοκιμάζουμε Builds για τον χαρακτήρα μας, τουλάχιστον μέχρι να βρούμε εκείνο που μας ταιριάζει ή μας βολεύει. Παίζοντας στο Veteran επίπεδο δυσκολίας, η ανάγκη να “παίζουμε” με τα skills είναι μεγαλύτερη καθώς πολλά από τα αφεντικά θα μας δοκιμάσουν και θα μας οδηγήσουν να προσπαθήσουμε άλλες προσεγγίσεις για να καταφέρουμε να τα εξουδετερώσουμε. Εξαιτίας αυτού, ανακάλυψα πολλά build που με βοήθησαν να φτάσω με ευκολία στο τέλος αλλά και να νιώσω πως οι πειραματισμοί μου ανταμείβονται αντίστοιχα.
Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να γενικεύσω την εμπειρία μου με το Diablo IV. Θα μπορούσαμε να πούμε πως το παιχνίδι χωρίζεται σε τρεις φάσεις: Early game, middle game και late game. Η πρώτη φάση είναι και η πιο διασκεδαστική. Πρόκειται για έναν νέο κόσμο που τον ανακαλύπτουμε συνεχώς, νέες περιοχές για να ανοίξουμε με το επίκεντρο στην ιστορία να είναι το μόνο που μας κρατάει απολύτως ενεργούς. Στην μέση του παιχνιδιού μπορεί να νιώσουμε ότι τα είδαμε όλα αλλά φτάνοντας προς το late game θα διαπιστώσουμε πως δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Μετά τον τελευταίο αρχηγό, θα δούμε πως το Diablo IV ανοίγεται παραπάνω χωρίς όμως να μας λέει τι θα κάνουμε και πως. Εκεί είμαστε ελεύθεροι να το εξερευνήσουμε, να πάμε σε όσα dungeons δεν ολοκληρώσαμε, να τελειώσουμε με side quests, να αποκτήσουμε όλα τα renown tiers και να ξεκλειδώσουμε τα πάντα πάνω στον χάρτη. Το περιεχόμενο είναι πάνω από αρκετό αν θέλουμε να παίξουμε μετά την ιστορία και φυσικά, δεν ξεχνάμε πως υπάρχουν και άλλες 4 κλάσεις για να φτιάξουμε με την season να παραμονεύει.

Παρόλο που αναφέρθηκα στην αισθητική του Diablo IV παραπάνω, αισθάνομαι την ανάγκη να τονίσω την σκοτεινή του γοητεία. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία των γραφικών του είναι ο εντυπωσιακός βαθμός λεπτομέρειας. Τα περιβάλλοντα έχουν πλούσιο σχεδιασμό, αποτυπώνοντας έναν κόσμο που είναι ταυτόχρονα όμορφος και σκοτεινός. Σε σχέση με τον προκάτοχο, η ανανεωμένη μηχανή γραφικών επιτρέπει ρεαλιστικό φωτισμό και σκιές, προσθέτοντας βάθος και ρεαλισμό στον κόσμο. Είτε εξερευνούμε έρημους, αρχαία ερείπια ή κατεστραμμένα δάση, θα δούμε σκηνές που κόβουν την ανάσα και περιέχουν λεπτομέρειες που συνδέονται άμεσα με τον κόσμο.
Τα μοντέλα των χαρακτήρων είναι εξίσου εντυπωσιακά. Κάθε πολεμιστής και δαίμονας παίρνει ζωή με απίστευτη λεπτομέρεια και όμορφα animations που κολακεύουν την υπόστασή τους. Οι χαρακτήρες στολίζονται από ρεαλιστικά υφάσματα και περίπλοκα σχέδια στις πανοπλίες που σε συνδυασμό με τις επιθέσεις τους και τις γενικότερες κινήσεις τους καθιστούν τη μάχη αισθητικά έντονη.
Η συνολική αισθητική του νέου τίτλου κλίνει δυνατά προς τα σκοτεινά και γοτθικά θέματα επιστρέφοντας έτσι στα στοιχεία που έχουν γίνει συνώνυμα με τη σειρά. Κάθε περιοχή είναι γεμάτη βασανισμένες ψυχές, διαμελισμένα ή κατακρεουργημένα πτώματα, δαίμονες που τρέφονται με σάρκα και οστά αλλά και περιοχές που η φτώχεια, η δυστυχία και τα αποτελέσματα αυτού του αιώνιου πολέμου παραμένουν αισθητά από την πρώτη κιόλας στιγμή. Αυτή η αισθητική ενισχύεται περαιτέρω από τον ατμοσφαιρικό φωτισμό του παιχνιδιού, που χρωματίζει τον κόσμο με ανατριχιαστικές αποχρώσεις, ρίχνοντας μακριές σκιές και προσθέτοντας στην γενική αίσθηση αβεβαιότητας και απλής επιβίωσης.

Το Diablo IV εισάγει επίσης ένα δυναμικό σύστημα καιρού, δημιουργώντας διαφορετικά σκηνικά και ατμόσφαιρα. Οι καταιγίδες αρχίζουν να οργιάζουν στη γη, η βροχή να πέφτει πυκνά και το φως του αστραπής που φωτίζει τον σκοτεινό ουρανό να ενισχύουν την αίσθηση κινδύνου. Ο καιρός όχι μόνο προσθέτει στο θέαμα των γραφικών, αλλά επηρεάζει επίσης το gameplay, παρέχοντας νέες προκλήσεις και ευκαιρίες στην μορφή τεράτων και events.
Εκτός από τα γραφικά και την αισθητική του, η διήγηση της ιστορίας γίνεται με μια νέα προσέγγιση που συνδυάζει κινηματογραφικές σκηνές, διαδραστικές ακολουθίες διαλόγου και την γενικότερη περιβαλλοντική αφήγηση με τέτοιο τρόπο που δίνεται η αίσθηση μιας συναρπαστικής αφηγηματικής εμπειρίας. Ο χαρακτήρας μας, όπως και αν τον έχουμε διαμορφώσει, συμμετέχει ενεργά στις συζητήσεις και στις σκηνές με αποτέλεσμα να νιώθουμε ενεργό κομμάτι της ιστορίας και του Sanctuary.
Ένα ακόμα από τα σημαντικότερα στοιχεία του παιχνιδιού είναι και ο ηχητικός τομέας που καταφέρνει να μας συναρπάσει. Οι φωνές των χαρακτήρων στους διαλόγους είναι καθαρές, έντονες και διαβιβάζουν συναίσθημα στα διάφορα γεγονότα ενώ τα γενικότερα ηχητικά εφέ, όπως τα χτυπήματα, οι διαμελισμοί και τα διάφορα εφέ έχουν το απαραίτητο βάρος για να μας δώσουν να καταλάβουμε πως πρόκειται για ένα παιχνίδι δράσης στο οποίο σφάζουμε δαίμονες. Φυσικά, μια συλλογή από εντυπωσιακά μουσικά κομμάτια συνοδεύουν τόσο την εξερεύνηση όσο και την ιστορία και μαζί με τα νέα κομμάτια θα ακούσουμε και παλιά αγαπημένα που συνοδεύουν την σειρά εδώ και χρόνια.

Μαζί με τον ήχο και τα γραφικά, η διεπαφή χρήστη (U.I.) έχει υποστεί αρκετές αλλαγές και με μια ματιά μοιάζει επηρεασμένο από την βασική ταυτότητα της σειράς και λίγο από τις αλλαγές που είδαμε στο Immortal. Καθαρά εικονοστοιχεία, όμορφα σχέδια για τα skills και ωραία παρουσίαση του skill table απαρτίζουν τις πληροφορίες του χαρακτήρα μας ενώ αυτά που βλέπουμε κατά την διάρκεια της δράσης όπως tooltips, HP orbs και quest info είναι διακριτικά αλλά καταφέρνουν να μας κρατάνε επαρκώς ενήμερους.
Το μόνο μου παράπονο σε αυτή την φάση είναι η σμίκρυνση του inventory space σε σχέση με προηγούμενα παιχνίδια της σειράς, για άλλη μια φορά η έλλειψη ενός gem bag ώστε να διαχωρίζονται τα 7 gems από το συνολικό inventory και ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η διαχείριση στο Stash. Με μόνο τέσσερα κιβώτια, ο αποθηκευτικός μας χώρος θα γεμίσει άμεσα ειδικά αν επιλέξουμε να μην μαζέψουμε κάποιο legendary που θα βρούμε σε ένα dungeon ή στην εξερεύνησή μας. Πιο συγκεκριμένα, τα legendaries πηγαίνουν αυτόματα στο Stash μας με αποτέλεσμα να χάνονται μέσα στην ποσότητα και να χαλάει η όποια οργάνωση κάναμε.

Ευτυχώς, τόσο τα γραφικά, όσο και η αισθητική του Diablo IV αποτυπώνονται άψογα σε κονσόλες και υπολογιστές. Σε ένα σύστημα με επεξεργαστή AMD Ryzen 7 3800x, κάρτα γραφικών NVIDIA RTX 3060 12GB OC και 32GB Ram σε Windows 11 η εμπειρία ήταν αψεγάδιαστη με τα καρέ να μην κατεβαίνουν και να αγγίζουν τα εκατοντάδες και η μετάβαση από περιοχή σε περιοχή να μην μας κρατάει σε αναμονή. H Server Slam Beta φαίνεται να έκανε την δουλειά της αφού δεν χρειάστηκε να περιμένω σε κάποια ουρά για να μπω ενώ δεν υπήρξαν ποτέ προβλήματα με την σύνδεσή μου. Ακόμα και στο Steam Deck, για το οποίο βέβαια δεν υπάρχει επίσημη υποστήριξη, κατάφερα να τρέξω το Diablo IV με τα High-Res assets στις High ρυθμίσεις και στα 40fps χωρίς πρόβλημα.
Παρόλα αυτά, αντιμετώπισα ορισμένα θεματάκια στο gameplay που δεν είμαι απολύτως σίγουρος αν είναι bugs ή κάτι άλλο. Σε ορισμένα από τα skills μου διαπίστωσα πως τα effects που θα έπρεπε να εφαρμοστούν δεν ενεργοποιούνταν στους εχθρούς με αποτέλεσμα να ξεκινάει το cooldown και να μην έχει γίνει κάποιου είδους ζημιά. Είμαι σίγουρος πως αν είναι πρόβλημα θα φτιαχτεί από την ομάδα ανάπτυξης.

Το μόνο θέμα που με “ξενέρωσε” είναι η παρουσία του in-game shop. Ευτυχώς μεν δεν είναι το αισχρό μοντέλο του Diablo Immor(t)al καθώς έχει μόνο διακοσμητικά αντικείμενα, αλλά όπως και να’χει με απογοητεύει. Η κυκλοφορία του Diablo IV σημαίνει και την εδραιωτική μετάβαση της σειράς στον κόσμο των Live Service παιχνιδιών μέσω του in-game cosmetics shop, Premium Seasonal Battle Pass, των επερχόμενων expansions και των διαφόρων Seasons που θα ξεκινήσουν από το καλοκαίρι.
Δεν θα έπρεπε να με ενοχλεί η παρουσία του in-game shop, τουλάχιστον όχι πλέον όταν τόσα πολλά παιχνίδια ακολουθούν αυτή την τακτική. Δεν με θυμώνει η παρουσία του, απλά με απογοητεύει. Με απογοητεύει διότι η ύπαρξη skins ύψους 20€ θεωρείται κάτι αναμενόμενο σε ένα παιχνίδι αξίας 70€ αλλά στο Diablo υποβαθμίζεται το αίσθημα ανακάλυψης νέου εξοπλισμού και της παραμετροποίησης μέσω του Transmog και των Dyes. Φυσικά, μπορούμε να φανταστούμε τι επικοινωνεί η αγορά ενός ακριβού skin set στους άλλους παίκτες. Δίνει τα vibes του “Twitter Blue”, μιας και αυτή η αλλαγή από τον Elon Musk χώρισε την κοινότητα του social media σε “καλοπληρωτές” και σε όσους προσπάθησαν με δουλειά και ασχολία να αποκτήσουν το μπλε διακριτικό. Έτσι και εδώ, θα υπάρχουν όσοι τα “έσκασαν” για να φοράνε χρυσά και κοσμήματα και όσοι “φάρμαραν” για ώρες προκειμένου να φτιάξουν τον χαρακτήρα τους όπως θέλουν. Αυτή βέβαια, είναι μια μεγάλη συζήτηση για άλλη στιγμή αλλά η πραγματικότητα αυτή είναι κουραστική, απογοητευτική και ανησυχητική αλλά δεν πρόκειται να σταματήσει γιατί πολύ απλά…πουλάει.

Σε γενικές γραμμές, η ροή του Diablo IV είναι αυτή που θα περιμέναμε από ένα παιχνίδι της σειράς. Σίγουρα ξεφεύγει από τον πιο ευχάριστο, ταχύτερο τόνο του προκατόχου του και θυσιάζει αρκετό από το περιεχόμενο των Rifts, Greater Rifts και Seasons για χάρη των Battle Passes και ένος πιο σκοτεινού story-based σκηνικού και ενώ μοιάζει με μια επιστροφή στον κεντρικό πυρήνα της σειράς (Return to Darkness), είναι μια επιστροφή που δεν καινοτομεί αλλά βασίζεται στην ασφάλεια και σε πιο “κατά γράμμα” σχεδιασμό. H Blizzard έχει φροντίσει να ισορροπήσει την εμπειρία τόσο για τους Hardcore παίκτες, που ίσως να μην βρουν όλα όσα θα ήθελαν από το sequel, όσο και για εκείνους που δεν έχουν τον χρόνο να ασχοληθούν όσο θα ήθελαν. Εδώ υπάρχει κάτι για όλους και με τα θεμέλια που χτίστηκαν για το νυν και επερχόμενο περιεχόμενο υπόσχονται ακόμα περισσότερες συγκινήσεις στο μέλλον.




Ευχαριστούμε την AVE για την παραχώρηση του παιχνιδιού.