Εκεί που πιστεύαμε πως ο Αύγουστος θα ήταν ένας ήσυχος μήνας, νέες κυκλοφορίες, τουλάχιστον προς το τέλος, έρχονται να ταράξουν λίγο τα νερά και να μας απομακρύνουν από οποιοδήποτε πρόγραμμα μπορεί να είχαμε. Ένας τίτλος που μας έχει συναρπάσει, έχει “φάει” δεκάδες ώρες από την ζωή μας – με ακόμα περισσότερες να θυσιάζονται σιγά-σιγά – είναι το Baldur’s Gate 3 που από το πουθενά έχει ξεκινήσει και σπάει ένα-ένα τα ρεκόρ και συνεχίζει ακάθεκτο να προκαλεί χαμό, ανησυχία σε μεγάλες εταιρείες, αλλά και χαρά σε όλους όσους έχουν την ευκαιρία να το δοκιμάσουν.
Παρόλα αυτά, με το Baldur’s Gate 3 να μας έχει πάρει τα μυαλά, η περιπέτειά μας προς την μεγάλη πόλη του παιχνιδιού ίσως να χρειάζεται και μερικά διαλείμματα. Βλέπετε, οι συγκινήσεις που προσφέρει είναι μεγάλες και ομολογώ πως μερικές φορές έχω νιώσει πως χρειάζομαι ένα διάλειμμά από τον τεράστιο και γεμάτο ελευθερία κόσμο του. Μεταξύ του να ξεκινήσω ένα ακόμα παιχνίδι από το Backlog μου και να δοκιμάσω κάτι καινούργιο, προτίμησα να ρίξω μια ματιά σε ένα ακόμα δημιούργημα του Steam Early Access το οποίο κυκλοφόρησε πλήρως πριν μερικές μέρες και έρχεται να “μιλήσει” στο παιδί που έχω μέσα μου και να με κάνει να θυμηθώ τις “παλιές καλές εποχές” που χανόμουν στον κόσμο της σειράς Megaman.

H πρώτη μου επαφή ήταν με το Megaman X4, ένα από τα καλύτερα – κατά την ταπεινή μου γνώμη – παιχνίδια της σειράς και εκείνο που ‘τερμάτισα’ περισσότερες από 10 φορές. Είναι γνωστό πως τα X, X2 και X3 είναι τα πιο αγαπημένα στο είδος αλλά παρόλα αυτά, η Capcom σταμάτησε να επενδύει στην σειρά, πέρα από τα Legacy Collections και το πιο πρόσφατο Mega Man 11 – που διαφέρει αισθητά σε πολλά κομμάτια του gameplay του. Όταν η Batterystaple Games λοιπόν, είχε δημιουργήσει το 20XX πριν μερικά χρόνια, η αλήθεια είναι πως δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία είτε λόγω των γραφικών, είτε λόγω του gameplay, είτω διότι πίστευα πως ήταν μια φθηνή απομίμηση μιας αγαπημένης σειράς. Αρκετά χρόνια αργότερα, αναγνωρίζω το λάθος μου, ειδικά όταν έρχεται το sequel στην μορφή του 30XX, σε πιο γνώριμους τόνους και ένα gameplay που ενθαρρύνει την επανάληψη αλλά και την δημιουργικότητα.
H ιστορία του 30XX δεν μας δίνει κάτι “μοναδικό” ή “ιδιαίτερο” αλλά είναι αρκετό για να μας δώσει ένα περιεχόμενο για το τι μπορούμε να περιμένουμε. Οι Nina και Ace επιστρέφουν μετά από μια χιλιετία και έρχονται αντιμέτωποι με έναν κόσμο ο οποίος έχει αλλάξει ριζικά μετά την επίδραση του Synthetic Mind. Έτσι, οι δύο ήρωες καλούνται να αντιμετωπίσουν αυτήν την απειλή και να φέρουν για άλλη μια φορά την ειρήνη στον κόσμο. Κάθε ένας από τους δύο ήρωες διαφέρουν στο στυλ παιχνιδιού, στα χρώματά τους αλλά και τις επιθέσεις τους. Όπως δυο διαφορετικοί Mega Man και Zero, η Nina φοράει ένα Buster weapon ικανό να ρίχνει μικρές σφαίρες – ή μεγαλύτερες αν φορτώσει την επίθεση για ώρα – ενώ ο Ace χρησιμοποιεί σπαθί για πιο άμεσες επιθέσεις σε σώμα-με-σώμα απόσταση.

To 30XX, ακολουθώντας τα χνάρια του προκατόχου του, μας δίνει τρεις σημαντικές επιλογές: Standard, Mega Mode και Community Mode. To Standard Mode είναι το κλασικό roguelite παιχνίδι, εκεί όπου μας δίνεται μια ζωή και πρέπει να επιβιώσουμε μέχρι και την τελευταία πίστα για να ολοκληρώσουμε επιτυχώς το run. Αν πεθάνουμε, επιστρέφουμε στην βάση για να κάνουμε τις απαραίτητες αναβαθμίσεις, να ξεκλειδώσουμε νέα αντικείμενα και όπλα και να προετοιμαστούμε για να ξαναπροσπαθήσουμε. Το Mega Mode αφήνει στην άκρη του permadeath του Standard και μας δίνει μια πιο κλασική εμπειρία με ζωές και στόχο να ολοκληρώσουμε το campaign. Μέσω αυτής της λειτουργίας μπορούμε να μάθουμε τις ιδιοσυγκρασίες του παιχνιδιού, να γνωρίσουμε εχθρούς και αφεντικά και να προετοιμαστούμε για το βασικό mode. Τέλος, το Community Mode μας δίνει εργαλεία και δυνατότητες για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε τις δικές μας πίστες a la Super Mario Maker και να τις ανεβάσουμε στο διαδίκτυο για να τις δοκιμάσουν άλλοι παίκτες.
Κάθε run περιέχει ό,τι θα περιμέναμε από ένα roguelite. Κάθε πίστα είναι διαφορετική με αυτό να σημαίνει πως έχει διαφορετική διαρρύθμιση, διαφορετικά τοποθετημένους εχθρούς και διαφορετικές προκλήσεις ή αναβαθμίσεις. Κάθε επίπεδο μας δίνει χρήσιμα pick-ups, χρήματα για να αγοράζουμε προσωρινές αναβαθμίσεις αλλά και νομίσματα για να μπορούμε να ξεκλειδώνουμε νέα αντικείμενα στην βάση μας. Από την άλλη, όταν ολοκληρώνουμε προκλήσεις ή νικάμε ενάντια σε αφεντικά διαφόρων τύπων λαμβάνουμε νέα αντικείμενα ή νέα όπλα και αναβαθμίσεις σε αυτά. Παρά τα απλά upgrades σε κάθε run, έχουμε την ευκαιρία να ξεκλειδώσουμε και μόνιμες αναβαθμίσεις στην ζωή, την επίθεση και το SP μέσω των Memoria που εντοπίζονται στην βάση μας.

Σαν Roguelite, το 30XX προσεγγίζει την δυσκολία και την πρόκληση όπως θα περιμέναμε, μαζί με μια δόση από Mega Man X. H μορφή των επιπέδων, οι μηχανισμοί που χρησιμοποιούνται σε αυτά και οι εχθροί που θα συναντήσουμε χρειάζονται αρκετή μελέτη για να καταλάβουμε τι πρέπει να κάνουμε ή για να είμαστε απλά αποτελεσματικοί. Η περιπλάνηση στα δισδυάστατα επίπεδα και ο τρόπος μετακίνησεις είναι αρκετά εύκολος και προσβάσιμος αλλά θα χρειαστούμε αρκετά runs για να νιώθουμε πως μπορούμε να περιηγηθούμε με μαεστρία, είτε μέσω του απλού τρεξίματος είτε μέσω των run’n’gun και dash επιλογών. Στον πυρήνα τους, κάθε κίνηση είναι άμεσα δανεισμένη από το Mega Man X οπότε όσοι έχουν δοκιμάσει την σειρά, ξέρουν τι θα συναντήσουν εδώ. Για παράδειγμα, ένα dash μαζί με πήδημα δίνει μεγαλύτερη ταχύτητα και συνεπώς καλύπτει μεγαλύτερη έκταση – κάτι που καμιά φορά μας επιτρέπει να αποφεύγουμε επιθέσεις και μεγάλα χάσματα. Έτσι, γίνεται αμέσως κατανοητό πως κάθε επίπεδο, κάθε δομή περιστρέφεται γύρω από αυτόν τον χειρισμό.
Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για το σύστημα μάχης που με την σειρά του περιστρέφεται γύρω από το Buster της Nina ή το Saber του Ace. Κάθε αναβάθμιση που λαμβάνουμε σε αυτά τα όπλα οδηγεί σε διαφορετικά αποτελέσματα με ορισμένα παραδείγματα να δίνουν στην Nina βολές που απλώνονται, καλύτερα ή μεγαλύτερα charged shots ή elemental damage στο βασικό fire mode. Κάθε αναβάθμισει βοηθάει με τον τρόπο της τόσο στην γρηγορότερη αντιμετώπιση παγίδων ή πολλών εχθρών ταυτόχρονα – κάτι που με την σειρά του μεταφέρεται στα αφεντικά κάθε επιπέδου. Αυτά τα αφεντικά διαφέρουν ανάλογα το φυσικό στοιχείο τους και χρήζουν διαφορετικής προσέγγισης ενώ τα mini-bosses απαιτούν από εμάς να μάθουμε τις ιδιαιτερότητες των περιβαλλοντικών εμποδίων και μηχανισμών – όπως ανάποδη βαρύτητα και ούτω καθεξής.

Τα αφεντικά του 30XX ακολουθούν, μαζί με τους ήρωες, το αναμενόμενο design τόσο στις κινήσεις τους όσο και στην εμφάνισή τους. Βέβαια, η λογική του gameplay, που μας θέλει δυνατότερους ανάλογα τις επιλογές και τις αναβαθμίσεις μας, κάποιες φορές ίσως κάνει αυτές τις μάχες μια αρκετά εύκολη και γρήγορη υπόθεση οπότε χάνεται και η μαγεία της ανακάλυψης και της πρόκλησης. Ειδικά αν η χορογραφία των επιθέσεών τους είναι απλή τότε δεν έχουμε πολλά να ανησυχούμε.
Το γενικότερο gameplay του 30XX είναι αρκετά εθιστικό και καταφέρνει να μας εντυπωσιάσει ιδιαίτερα. Τα roguelike στοιχεία προσδίδουν την επαναληπτικότητα και το αίσθημα ολοκλήρωσης, αλλά και του “μια φορά ακόμα”. Ωστόσο, η δομή των επιπέδων είναι ένα δίκοπο μαχαίρι μιας και ορισμένα επίπεδα φαντάζουν φτιαγμένα αρμονικά ενώ άλλα είναι χαοτικά, γεμάτα παγίδες και άδικη τοποθέτηση εχθρών και εμποδίων. Παρόλο που τα περισσότερα εμπόδια προσπερνώνται εύκολα ή με την χρήση κάποιου εργαλείου ή όπλου, δεν έχουμε πάντα ό,τι χρειαζόμαστε για να τα προσπεράσουμε με αποτέλεσμα να χάνουμε πόντους υγείας χωρίς νόημα.

Κάτι το οποίο με χαροποίησε ιδιαίτερα ήταν η μετάβαση σε μια pixelated αισθητική με λεπτομερή pixel art τόσο σε περιβάλλον όσο και στα μοντέλα, αλλά και animations που κολακεύουν όλα τα αντικείμενα στην σκηνή. Ομολογώ βέβαια πως μια παρόμοια αντιμετώπιση θα ήθελα να δω και στο κομμάτι του U.I. με τα κείμενα και τα παράθυρα να έχουν pixelated εμφάνιση παρά την πιο λεία – μοντέρνα. Σε γενικότερο πλαίσιο όμως, τα γραφικά του παιχνιδιού θυμίζουν εκείνα του Sonic Mania.
Σε γενικές γραμμές, το 30XX δεν είναι από τα “τεράστια” παιχνίδια του μήνα είναι όμως αρκετό για να μας κρατήσει το ενδιαφέρον, να το ευχαριστηθούμε είτε μόνοι μας είτε με παρέα μέσω του Co-op και για να έχουμε κάτι διαφορετικό σε στιγμές που θέλουμε να ξεφύγουμε. Ως sequel καταφέρνει να εξελιχθεί σε σχέση με τον προκάτοχό του, κάτι στοι οποίο το βοηθάει και η εμφάνισή του με τα λεπτομερή pixelated γραφικά του και το εθιστικό gameplay του. Φυσικά, δεν ξεχνάμε το Community Mode, το Level Editor που προσφέρει μια ευρεία γκάμα από εργαλεία που μας επιτρέπουν να τοποθετήσουμε πλατφόρμες, εχθρούς, παγίδες, σταθμούς και εμπόδια, να τροποποιήσουμε τις κινήσεις τους και την τοποθέτησή τους και όταν είμαστε ευχαριστημένοι με το αποτέλεσμα, να τα ανεβάσουμε ώστε να τα μοιραστούμε με άλλους παίκτες.



Ευχαριστούμε την εκδότρια εταιρεία για την παροχή του παιχνιδιού.