Είναι πάντα αξιοθαύμαστο να βλέπεις παιχνίδια να υιοθετούν ένα είδος και να το κάνουν πραγματικά δικό τους. Για αυτό και το “Souls-like” αρχίζει να γίνεται περισσότερο genre και πρότυπο, παρά απλός χαρακτηρισμός. Σε αυτά περιλαμβάνονται και δύο εμπνεύσεις του σημερινό παιχνιδιού, το The Last Faith και η διλογία Blasphemous.
Η επιρροή του 70`Strike (ναι, αναφερόμαστε σε ένα άτομο, όχι σε μία ομάδα, καθώς αποτελεί ένα solo, σχεδόν, project) για την δημιουργία του Skelethrone: The Chronicles of Ericona, καθώς και το Skelethrone: The Prey, ενός δωρεάν prequel του τίτλου, από τους προαναφερθέντες τίτλους είναι ξεκάθαρη. Αλλά, κατά πόσο ξεχωριστή από αυτούς;

Η ιστορία μας έχει ως πρωταγωνιστή τον Derek Ericona, έναν άρχοντα που έχει καταδικαστεί για θάνατο λόγω προδοσίας. Όμως, η μοίρα είχε ένα πιο σκοτεινό μέλλον για τον Derek, η οποία θα τον οδηγήσει σε ένα ταξίδι αντιμέτωπο με αιμοβόρα και φρικιαστικά πλάσματα.
Όπως και στα υπόλοιπα του είδους, έτσι και εδώ η ιστορία δεν αποτελεί πρωταγωνιστικό ρόλο, περισσότερο θα λέγαμε βρίσκεται εκεί σε δεύτερη μοίρα για αυτούς που θέλουν να εξερευνήσουν τα ενδότερα του κόσμου. Το σενάριο και ο απώτερος σκοπός του πρωταγωνιστή φανερώνεται περισσότερο από τη μέση του τίτλου και μετά. Η αναφορά για πολλαπλά τέλη στις περιγραφές είναι ορθή, καθώς οι αποφάσεις που θα πάρετε, κυρίως στα boss fights και την εξέλιξή τους, θα καθορίσει και την ολοκληρωτική μοίρα του αγαπητού μας λόρδου.

Το Skelethrone: The Chronicles of Ericona ανήκει στην κατηγορία των Soulslike Metroidvania των δύο διαστάσεων.
Ο χαρακτηρισμός του ως “Soulslike” στέκει σε μεγάλο βαθμό. Υπάρχουν στον κόσμο του διάσπαρτα και αρκετά γενναιόδωρα bonfires, όπου η αλληλεπίδραση τους, πέρα από την επαναφορά των εχθρών που έχετε ήδη εξουδετερώσει, σας επιτρέπει την τηλεμεταφορά ανά μεταξύ τους, καθώς και την αναβάθμιση μίας εκ των ικανοτήτων σας, ανάλογα τις “ψυχές” που έχετε συλλέξει. Υπάρχουν, μάλιστα, και κάποια “φανάρια” τα οποία, αν χάσετε, σας επαναφέρουν στον κόσμο του Skelethrone.
Από εκεί και πέρα υπάρχει μία ικανοποιητική πληθώρα όπλων και πανοπλιών για την διάρκεια των 26 ωρών (μπορεί και λιγότερο, μπορεί και περισσότερο, ανάλογα πόσο επιθυμείτε να υιοθετήσετε το Git Gud) για να ανακαλύψετε. Εντός αυτών των ωρών, θα αντιμετωπίσετε μία πληθώρα εχθρών διαφορετικούς ανά περιοχή, με ένα boss fight να κυριαρχεί σε καθεμία και να σας περιμένει με σκοπό να προκαλέσει τις ικανότητές σας. Ευχάριστη έκπληξη ήταν ότι όσο περισσότερο παίζετε, η δυσκολία ανεβαίνει, αλλά δίκαια και με μία ομαλή ισορροπία σε σχέση με τις ικανότητές σας, κάνοντας οποιαδήποτε μάχη προκλητική αν βρίσκεστε σε ίσους όρους, αλλά εύκολη αν επιλέξετε να “φαρμάρετε” εχθρούς που θα συναντήσετε στην αρχή του ταξιδιού σας.

Η δεύτερη λέξη στον χαρακτηρισμό του είδους είναι αυτή του “Metroidvania”, η οποία επίσης στέκεται ορθά. Ο κόσμος του Skelethrone είναι ανοιχτός προς εξερεύνηση, αλλά κατανοητός αρκετά ώστε να μην χαθείτε όσο περνάτε από κάθε σκοτεινό δρόμο του. Σε αυτό έρχεται να συνδράμει και ο χάρτης, ο οποίος έχει περιθώρια βελτίωσης στον σχεδιασμό του, με την επιλογή του κίτρινου περιγράμματος να μην είναι απαραίτητα ξεκάθαρη προς τον παίκτη, ειδικά σε περιοχές που σαν background επιλέγουν το ίδιο χρώμα με διαφορετική απόχρωση.
Η απόσταση από bonfire σε bonfire είναι τόση ώστε να δικαιολογεί την ύπαρξη της τηλεμεταφοράς, με την επαναληψιμότητα και τα shortcuts να δηλώνουν και αυτά ηχηροί παρόντες.
Ο κόσμος και τα πλάσματα (καθώς πέρα από ανθρώπους, θα επικοινωνήσετε και με άλλα έμβια όντα) κοσμούν όμορφα το περιβάλλον που βρίσκεστε, με το κεντρικό “hub” του χωριού να φαντάζει ζωντανό από κόσμο, με τον κάθε πολίτη να προσφέρει τις δικές του νότες κατάθλιψης λόγω ενός προσωπικού του προβλήματος.

Η επιλογή του Pixel Art έχει σίγουρα τα θετικά και τα αρνητικά του. Στο μεγαλύτερο μέρος του, το Skelethrone είναι απλά πανέμορφο. Στο προσκήνιο έχουν κάνει τρομερή δουλειά, αλλά είναι αρκετά αντικείμενα που φαίνονται σαν φωτογραφίες ήδη υπαρκτών που έχουν περάσει από πιξέλιασμα. Στο παρασκήνιο δεν υπάρχει απλά μία στατική εικόνα, αλλά μία μικρή κίνηση που δημιουργεί πετυχημένα την ψευδαίσθηση του ζωντανού περιβάλλοντος, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μία όμορφη, αλλά φρικιαστική ατμόσφαιρα. Στους χαρακτήρες που θα συναντήσετε σε ανθρώπινη μορφή έχει γίνει όμορφη δουλειά, ενώ σε κάποια βασικά τέρατα φαίνεται περισσότερο σαν μία άμορφη κακή μάζα, παρά ένα “υπαρκτό” ον.
Ο ηχητικός τομέας του, είτε αναφερόμαστε στην μουσική που θα σας συνοδεύει στο ταξίδι σας, είτε στα ηχητικά εφέ όπως το χτύπημα του σπαθιού πάνω σε σάρκα ή το βηματισμό του πρωταγωνιστή, τηρούν τον σκοπό της δημιουργίας τους, χωρίς απαραίτητα να σημαίνει ότι κλέβει την παράσταση.

Η παράγραφος που σχολιάζεται ο τεχνικός τομέας συνήθως εκλείπει από κείμενα που ανατίθεμαι να συντάξω. Αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση αυτός είναι και ο λόγος που διαβάζεται δικό μου κείμενο και όχι του βλασφεμικού Κωσταντίνου. Η έκδοση του PS5 που δόθηκε στον συνάδελφο έχει σημαντικά προβλήματα. Από συνεχόμενα crashes που εμποδίζουν την εμπειρία του, μέχρι και bugs πολλαπλών ειδών να κοσμούν τον τίτλο.
Η έκδοση του PC που δοκιμάστηκε από εμένα δεν έχει crashes, αλλά υπήρχαν bugs, ακόμα και κάποια game-breaking, ελάχιστα όμως σε σχέση με την συνολική διάρκεια του τίτλου. Δυστυχώς δεν μπορούμε να σας ενημερώσουμε για τις υπόλοιπες πλατφόρμες, αλλά την δεδομένη στιγμή, αν επιθυμείτε να απολαύσετε το Skelethrone: The Chronicles of Ericona θα προτείναμε να αποφύγετε την έκδοση για PS.


