Call of Duty: Black Ops 7 | The Review

Μια Διπολική Εμπειρία Ανάμεσα στο Εξαιρετικό Multiplayer και ένα "Ντροπιαστικό" Campaign

Γράφει ο/η Δημήτρης Γαλατσάνος

Είναι κάπως ποιητικό, αλλά και συνάμα ειρωνικό, το γεγονός ότι το Call of Duty: Black Ops 7 κυκλοφορεί προς το τέλος της χρονιάς. Έπειτα από μήνες γεμάτους με απίστευτες gaming εμπειρίες, νέους κόσμους και καινοτόμους μηχανισμούς, αυτός ο τίτλος έρχεται να μας προσγειώσει απότομα. Ενώ έρχεται μόλις 12 μήνες μετά το Black Ops 6, σπάζοντας την παράδοση των μεγαλύτερων διαλειμμάτων μεταξύ των αριθμημένων sequels, το αποτέλεσμα είναι μια από τις πιο άνισες εμπειρίες που έχω βιώσει ποτέ στο franchise. Από τη μία έχουμε ένα Multiplayer που σώζει την παρτίδα και από την άλλη ένα Campaign που αποτελεί ίσως το πιο μίζερο και προσβλητικό κομμάτι περιεχομένου που έχει δώσει η σειρά εδώ και χρόνια.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, και δυστυχώς, πρέπει να ξεκινήσω από τα πολύ χαμηλά: το Campaign.

Campaign: Μια Χαμένη Ευκαιρία και μια “Ντροπιαστική” Αφήγηση

Η ιστορία μας μεταφέρει στο 2035 και λειτουργεί ως άμεσο sequel του Black Ops 2. Ο David Mason επιστρέφει ως πρωταγωνιστής, προσπαθώντας να ερευνήσει αν υπάρχει αλήθεια στις φήμες για την επιστροφή του Raul Menendez, του εμβληματικού κακού που υποτίθεται ότι πέθανε στο τέλος του Black Ops 2. Ωστόσο, ας το ξεκαθαρίσουμε από τώρα: ο Menendez δεν είναι ο πραγματικός κακός. Η πραγματική απειλή είναι η Emma Kagan, η CEO της εταιρείας “The Guild”, ενός εγκληματικού συνδικάτου.

Δυστυχώς, η Kagan είναι μια από τις πιο βαρετές και υπανάπτυκτες “κακές” που έχω δει, χωρίς ίχνος συναισθήματος, θυμίζοντας καρικατούρα CEO τεχνολογικής εταιρείας. Η ερμηνεία των χαρακτήρων γενικά μοιάζει ψεύτικη και οι διάλογοι είναι απλά κακογραμμένοι, σε σημείο που νιώθεις ότι οι σεναριογράφοι απλά παραιτήθηκαν.

Το κεντρικό αφηγηματικό εργαλείο είναι το “Cradle”, μια βιοχημική ουσία που προκαλεί παραισθήσεις και οδηγεί την πλοκή. Αντί όμως να χρησιμοποιηθεί έξυπνα, καταντάει κουραστικό, με την ομάδα να πρέπει να πολεμάει ενώ οι αισθήσεις τους είναι θολωμένες. Υπάρχουν στιγμές που το παιχνίδι σε αναγκάζει να ξαναζήσεις μνήμες του παρελθόντος ή να πολεμήσεις δαιμονικές οντότητες και ζόμπι μέσα σε εφιαλτικά τοπία. Αν και ορισμένες από αυτές τις “trippy” στιγμές έχουν οπτικό ενδιαφέρον, η συχνή χρήση τους κουράζει.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, είναι ο σχεδιασμός των αποστολών. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, το Campaign είναι πλήρως σχεδιασμένο για co-op τεσσάρων παικτών. Αυτό ακούγεται καλό στη θεωρία, αλλά στην πράξη καταστρέφει την εμπειρία για τον solo παίκτη. Δεν υπάρχουν επιλογές δυσκολίας και το παιχνίδι δεν φαίνεται να προσαρμόζει σωστά τον αριθμό των εχθρών όταν παίζεις μόνος σου, με αποτέλεσμα να νιώθεις συχνά κατακλυσμένος από ορδές αντιπάλων.

Επιπλέον, το παιχνίδι απαιτεί να είσαι συνεχώς online. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορείς καν να κάνεις παύση όταν παίζεις μόνος σου. Είναι αδιανόητο για ένα single-player (θεωρητικά) mode να μην σου επιτρέπει να σταματήσεις για να πας στην τουαλέτα ή να ανοίξεις την πόρτα. Και αν αποσυνδεθείς; Καλή τύχη, πρέπει να ξεκινήσεις την αποστολή από την αρχή.

Το χειρότερο κομμάτι είναι οι αποστολές “Open Combat” που λαμβάνουν χώρα στον χάρτη Avalon. Αυτές οι αποστολές μοιάζουν με ένα κακό tutorial για το Endgame, χωρίς σημεία ενδιαφέροντος, με βαρετά objectives του τύπου “πήγαινε εκεί και σκότωσε” και αμήχανες στιγμές platforming. Είναι φανερό ότι η Activision προσπαθεί να μετατρέψει το Campaign σε μια επέκταση του Warzone, χάνοντας την κινηματογραφική μαγεία και τις σφιχτοδεμένες σεκάνς που αγαπήσαμε στα παλιά Call of Duty.

Υπάρχουν ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, όπως μια αποστολή στο Τόκιο που διαδραματίζεται στο μετρό και στις ταράτσες, η οποία θυμίζει τις καλές εποχές του franchise με γρήγορο ρυθμό και εντυπωσιακά σκηνικά. Αλλά αυτές οι στιγμές είναι σταγόνα στον ωκεανό.

Endgame: Μια Αχρείαστη Προσθήκη

Μόλις τελειώσει το Campaign (περίπου σε 5 ώρες αν βιάζεστε), ξεκινάει το λεγόμενο “Endgame” στο Avalon. Πρόκειται για μια εμπειρία τύπου extraction shooter, που θυμίζει το DMZ ή τα Zombies του Modern Warfare 3, όπου εσείς και η ομάδα σας ολοκληρώνετε στόχους και προσπαθείτε να κάνετε exfil.

Το πρόβλημα είναι ότι το Endgame μοιάζει αποστειρωμένο και χωρίς ενέργεια. Οι εχθροί είναι “σφουγγάρια” που απορροφούν σφαίρες (bullet sponges) και τα objectives είναι επαναλαμβανόμενα και βαρετά. Η τεχνητή νοημοσύνη των εχθρών είναι αλλοπρόσαλλη: τη μια στιγμή σε βλέπουν από χιλιόμετρα και την άλλη κάνουν χαζά λάθη. Αν πεθάνεις, χάνεις όλη την πρόοδό σου, κάτι που θα μπορούσε να προσθέσει ένταση, αλλά εδώ προκαλεί μόνο εκνευρισμό. Είναι ένα mode που φαίνεται να φτιάχτηκε απλά για να υπάρχει “περιεχόμενο”, χωρίς ουσιαστικό λόγο ύπαρξης.

Multiplayer: Η Σωτηρία του Black Ops 7

Ευτυχώς, αν καταφέρετε να αγνοήσετε το Campaign, το Multiplayer είναι μια τελείως διαφορετική ιστορία. Εδώ είναι που το παιχνίδι πραγματικά λάμπει και θυμίζει γιατί αγαπάμε αυτή τη σειρά.

Το σημαντικότερο νέο στοιχείο είναι η κίνηση. Το σύστημα Omnimovement επιστρέφει βελτιωμένο, αλλά η μεγάλη προσθήκη φέτος είναι το τρέξιμο και το άλμα στους τοίχους (wall run & wall jump). Αυτό αλλάζει τελείως τη ροή του παιχνιδιού. Μπορείτε να συνδέσετε άλματα μεταξύ τους, να αποκτήσετε πρόσβαση σε ψηλότερα σημεία ή να αιφνιδιάσετε τους αντιπάλους σας πηδώντας από γωνίες. Είναι απίστευτα διασκεδαστικό και προσθέτει μια νέα κάθετη διάσταση στη μάχη που έλειπε.

Οι χάρτες φέτος είναι εξαιρετικοί και, κατά τη γνώμη μου, ένα βήμα μπροστά από τους περσινούς. Είναι μεγαλύτεροι, δίνοντας περισσότερο “χώρο να αναπνεύσεις” σε σχέση με τους μικροσκοπικούς χάρτες του Black Ops 6, και ακολουθούν τον κλασικό σχεδιασμό των τριών διαδρόμων (three-lane design).

• Ο χάρτης Tochin στο Τόκιο είναι πανέμορφος, με νέον φώτα και ισορροπημένη μίξη εσωτερικών και εξωτερικών χώρων.

• Ο Homestead στην Αλάσκα προσφέρει μια ατμοσφαιρική νυχτερινή μάχη κάτω από το Βόρειο Σέλας.

• Ο Retrieval, με τον παγετώνα που λιώνει, και ο Hijacked (ναι, το γνωστό γιοτ) είναι επίσης εξαιρετικοί για στρατηγικό παιχνίδι. Επίσης, τα spawns φαίνεται να έχουν βελτιωθεί σημαντικά, αποφεύγοντας τον εκνευριστικό κύκλο “spawn-die” που βλέπαμε πέρυσι.

Στα όπλα, η αίσθηση είναι στιβαρή και ικανοποιητική (“snappy”). Αν και τα SMGs χρειάζονται βελτίωση καθώς υστερούν, υπάρχουν μερικά “διαμάντια”. Το πολυβόλο Mark 78 είναι απίστευτα δυνατό από μακριά, ενώ το marksman rifle M8 A1 είναι θανατηφόρο με το three-round burst του. Μια ευχάριστη έκπληξη είναι το νέο shotgun Echo 12, το οποίο έχει περιστρεφόμενο γεμιστήρα και είναι καταστροφικό σε κλειστούς χώρους.

Μια σημαντική αλλαγή φέτος αφορά το matchmaking. Το παιχνίδι επαναφέρει το “Classic Matchmaking”, που θυμίζει τις εποχές πριν το 2019, όπου η ικανότητα (skill) δεν ήταν ο πρωταρχικός παράγοντας. Αυτό σημαίνει πιο χαλαρά lobbies μερικές φορές, αλλά και τον κίνδυνο να βρεθείς απέναντι σε “θεούς” που θα σε διαλύσουν. Το θετικό είναι ότι υπάρχει επιλογή να το αλλάξεις, κάτι που ικανοποιεί τόσο τους casual όσο και τους ανταγωνιστικούς παίκτες.

Όσον αφορά τα modes, ξεχωρίζει το νέο Skirmish (20v20), το οποίο όμως είναι αρκετά χαοτικό και ίσως όχι για όλους, καθώς θυμίζει λίγο Warzone σε μικρότερη κλίμακα. Αντίθετα, το Overload (μια παραλλαγή του Capture the Flag με EMP) είναι εξαιρετικά διασκεδαστικό και απαιτεί καλή συνεργασία.

Zombies: Φιλόδοξο αλλά Εξουθενωτικό

Περνώντας στο Zombies, τα συναισθήματά μου είναι ανάμεικτα. Από τη μία, υπάρχει βάθος και ποιότητα, από την άλλη, είναι μια εμπειρία που μπορεί να σε κάνει να σπάσεις το χειριστήριό σου.

Ο κύριος χάρτης, “Ashes of the Damned”, είναι τεράστιος. Είναι ουσιαστικά ένας χάρτης σε σχήμα οκτώ με πολλές υποπεριοχές που συνδέονται με δρόμους. Εδώ εισάγεται το όχημα “Old Tessie”, ένα φορτηγό που λειτουργεί και ως Pack-a-Punch μηχάνημα. Η ιδέα να οδηγείς γύρω-γύρω, να αναβαθμίζεις το όχημα με πυργίσκους και να θερίζεις ζόμπι είναι πολύ διασκεδαστική.

Ωστόσο, το mode υποφέρει από την πολυπλοκότητά του. Τα Easter Eggs είναι τεράστια και χρονοβόρα, απαιτώντας ώρες για να ολοκληρωθούν. Αν αποτύχεις αργά στο παιχνίδι, χάνεις τα πάντα: τα όπλα σου, τα Perks, και κυρίως τα Gobblegums σου. Αυτό το στοιχείο της μόνιμης απώλειας, ειδικά όταν τα Gobblegums είναι κάτι που μπορείς να αγοράσεις με πραγματικά χρήματα, δίνει μια δυσάρεστη αίσθηση “pay-to-win”.

Η δυσκολία είναι υψηλή και απαιτεί άριστο συντονισμό. Αν παίζετε με τυχαίους συμπαίκτες (randoms), η εμπειρία είναι σχεδόν εφιαλτική. Παίκτες φεύγουν στη μέση του παιχνιδιού, άλλοι δεν συνεργάζονται, και αν μείνετε μόνοι σας σε έναν τόσο μεγάλο χάρτη, το τέλος έρχεται γρήγορα. Είναι κρίμα, γιατί υπάρχουν ωραίες ιδέες, όπως ο χάρτης Van Dorn Farm για πιο παραδοσιακή survival εμπειρία, αλλά η κεντρική αποστολή μοιάζει να απευθύνεται μόνο στους πιο σκληροπυρηνικούς fans που έχουν άπλετο χρόνο και υπομονή.

Τεχνικός Τομέας και Συμπεράσματα

Οπτικά, το παιχνίδι είναι εντυπωσιακό, με καλοσχεδιασμένα περιβάλλοντα και εξαιρετικά εφέ φωτισμού, ειδικά στους χάρτες του Multiplayer. Ο ήχος των όπλων και οι εκρήξεις έχουν την απαραίτητη ένταση (“crack and whoomp”) που περιμένεις από ένα COD.

Η Ετυμηγορία μου:

Το Black Ops 7 είναι ένα παιχνίδι δύο ταχυτήτων.

Αν είστε εδώ για το Campaign, σας προτείνω ανεπιφύλακτα να το αποφύγετε. Είναι μια ντροπιαστική προσπάθεια, μια σπατάλη χρόνου με κακό γράψιμο, βαρετούς κακούς και gameplay που προσβάλλει τη νοημοσύνη του παίκτη. Δεν αξίζει ούτε καν για το γέλιο. Η απόφαση να μην υπάρχει pause και να απαιτείται μόνιμη σύνδεση είναι απλά απαράδεκτη για το 2025 (ή το 2035 της ιστορίας).

Αν όμως, όπως εγώ, ζείτε για το Multiplayer, τότε το πακέτο είναι δελεαστικό. Οι νέοι μηχανισμοί κίνησης είναι φρέσκοι και διασκεδαστικοί, οι χάρτες είναι εξαιρετικοί και η αίσθηση των όπλων παραμένει κορυφαία. Η επιστροφή του κλασικού matchmaking και οι νέες επιλογές δίνουν μια ανάσα ελευθερίας που έλειπε.

Το Zombies βρίσκεται κάπου στη μέση: μια “νεκροζώντανη” εμπειρία που θα λατρέψουν οι hardcore παίκτες με παρέα, αλλά θα μισήσουν οι casuals και οι solo παίκτες λόγω της τιμωρητικής φύσης του και της πολυπλοκότητάς του.

You may also like