Capcom Fighting Collection | The Review

Γράφει ο/η Παναγιώτης Δημητρακόπουλος

Όλοι γνωρίζουμε πως η Capcom δεν ξεκίνησε αποκλειστικά από κονσόλες και υπολογιστές. Την δεκαετία του ‘80, τα arcades ήταν ο νούμερο ένα προορισμός για την ψυχαγωγία των μικρών παιδιών (αλλά και των μεγάλων) ειδικά στην Ιαπωνία – και αργότερα στον υπόλοιπο κόσμο. Αν είχατε βρεθεί ποτέ σε κάποιο arcade ίσως να θυμάστε πολλούς από τους τίτλους της Capcom όπως τα Street Fighter, Vampire Savior, DarkStalkers αλλα και άλλους όπως τα Final Fight, King of Dragons και Captain Commando.

Ναι, πριν από αρκετές δεκαετίες, η αγαπημένη Ιαπωνική εταιρεία ήταν ο βασιλιάς των Arcade Games με πολλά από τα παιχνίδια τους να βρίσκουν νέο σπίτι σε αρκετές κονσόλες και συστήματα με αποτέλεσμα πολλά παιχνίδια στον κόσμο να μεγαλώνουν με μοναδικούς τίτλους τους οποίους μπορούμε να βρούμε μέχρι και σήμερα – ή έστω το DNA τους σε πιο νέες προσθήκες στην εκάστοτε σειρά. 

Πλέον, αυτά τα παιχνίδια, είτε fighting, είτε platformers, είτε beat ‘em ups επιστρέφουν στο σήμερα μέσα από συλλογές και πακέτα εξομοιωτών διατηρώντας την παράδοση και αποτελώντας ένα κομμάτι ιστορίας για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι καινούργιοι. 

H Capcom λοιπόν, επιστρέφει με μια ακόμα συλλογή η οποία αυτή την φορά μας προσφέρει αρκετά γνωστά και αγαπημένα παιχνίδια ξύλου που αποτέλεσαν την βάση για πιο μοντέρνους τίτλους αλλά και νέες εμπειρίες. 

Η Capcom Fighting Collection περιέχει τους τίτλους όπως αυτοί εμφανίζονταν στα Αμερικάνικά, Ευρωπαϊκά ή Ιαπωνικά arcades με αυτό να σημαίνει πως οι ιδιαιτερότητες κάθε έκδοσης συνεχίζουν να υπάρχουν (όπως bugged A.I. ή κολλήματα και crashes) ενώ χαρακτήρες που βρίσκουμε σε εκδόσεις κονσολών δεν υπάρχουν εδώ.

H νέα συλλογή της Capcom διατηρεί το κλασικό μοτίβο που είδαμε στις προηγούμενες, με αρκετούς τίτλους να είναι επιλέξιμοι και με καθέ έναν να έχει το δικό του μουσείο μουσικής και σχεδίων. Πολλοί από τους τίτλους έχουν τα δικά τους αφιερωμένα artworks με κάποια από αυτά να έχουν δημιουργηθεί ως αφιέρωση για αυτή την συλλογή. Επιπλέον, θα δούμε και σχέδια από τις πρώτες μέρες ανάπτυξης ρίχνοντας έτσι μια ενδιαφέρουσα πρώτη ματιά στο σχεδιασμό, την σκέψη, την στρατηγική και την οργάνωση όλων των στοιχείων ενός παιχνιδιού – από το character selection μέχρι και τις τελευταίες οθόνες – επιτρέποντάς μας να δούμε πως γινόταν η διαχείριση σε μια εποχή που δεν υπήρχε αρκετή RAM.

Πέρα από την μουσική και το ενδιαφέρον μουσείο, το “ζουμί” βρίσκεται στα παιχνίδια και την παρουσίασή τους. Το πακέτο που λαμβάνουμε είναι ένα αρκετά καλό πακέτο για τους φίλους των παιχνιδιών ξύλου το οποίο διατηρεί το παραδοσιακό 1:1 aspect ratio και φίλτρα οθόνης που παραπέμπουν στα μηχανήματα του τότε. Υπάρχουν αρκετά φίλτρα που θυμίζουν την ποίοτητα και οπτική των ΜΑΜΕ CRT φίλτρων οπότε έχουμε αρκετές επιλογές για να “παίξουμε” ενώ για να αντιμετωπιστεί το γεγονός ότι οι οθόνες δεν είναι σε 4:3 αναλογίες, τα side backgrounds κάνουν μια καλή δουλειά στο να καλύπτουν το κενό.

Πρώτα στην σειρά προτίμησης, ανάμεσα από τους τίτλους της συλλογής, έχουμε τα Darkstalkers και Vampire Hunter 2 και Vampire Savior 2, το Night Warriors καθώς και το Vampire Savior/DarkStalkers 3. Με βάση την μηχανή του Street Fighter αυτοί οι τίτλοι ήταν πιο σκοτεινοί με ιδιαίτερους χαρακτήρες και ελαφρώς διαφορετικούς μηχανισμούς από το Street Fighter. Ορισμένοι από τους εν λόγω τίτλους έχουν δεχθεί αλλαγές όπως προσθήκη και αφαίρεση συγκεκριμένων χαρακτήρων, μεγαλύτερη ταχύτητα και βελτιώσεις στο gameplay. 

Τα παιχνίδια αυτά έχουν τους δικούς τους κανόνες, πέρα από την σκοτεινή ατμόσφαιρα και χαρακτήρες, καθώς επιτρέπουν crouch forwards στα combos, air-blocking το οποίο έγινε must στα επόμενα παιχνίδια ξύλου, την δυνατότητα να συνεχίζουμε comobs όταν ολοκληρώνουμε ένα και να καταλήγουμε σε Super επιθέσεις οι οποίες εξελίσσονταν μαζί με τις γενικότερες κινήσεις σε κάθε παιχνίδι της σειράς. Ωστόσο, η επιτυχία αυτών των τίτλων δεν ήταν τόσο μεγάλη στην δύση αλλά χαρακτήρες όπως η Morrigan και η Felicia είδαν την προσθήκη τους σε μεταγενέστερους τίτλους ή mash-ups.

Ένα από τα παιχνίδια-έκπληξη που δεν περίμενα να μου αρέσει ιδιαίτερα ήταν το Red Earth. Το Red Earth βλέπετε, είναι ένας τίτλος που ποτέ δεν έφτασε στις κονσόλες και ήταν ένα που δεν ακουγόταν πολύ όλα αυτά τα χρόνια. Η απόδοσή του δεν ήταν αρκετή ώστε να υπάρξει κάποιο sequel και το βασικό του gameplay δεν θα μπορούσε να αποτελέσει “καύσιμο” για την competitive σκηνή. 

Με μια πρώτη ματιά θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι μια άλλη στροφή στο μοτίβο των Dungeons & Dragons. Οι παίκτες καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα σε τέσσερις διαθέσιμους χαρακτήρες προκειμένου να αντιμετωπίσουν 8 μεγάλα bosses. Αυτά τα αφεντικά, έχοντας μεγάλες μπάρες ζωής, πετάνε θησαυρούς,νομίσματα, super orbs και φαγητό κατά την διάρκεια της μάχης τα οποία μας ενισχύουν τους πόντους εμπειρίας και μας δίνουν νέα επίπεδα δύναμης που ξεκλειδώνουν νέες κινήσεις και ικανότητες για τον χαρακτήρα μας. Αν τυχόν χάσουμε, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ένα password ώστε να επιστρέψουμε στο state στο οποίο βρισκόταν ο χαρακτήρας μας με αποτέλεσμα να μην χρειάζεται να ξεκινήσουμε από την αρχή.

Παραδόξως, το Red Earth έχει αρκετή ουσία, τουλάχιστον για σύντομα παιχνίδια με φίλους μας ή solo. Τα αφεντικά που θα αντιμετωπίσουμε έχουν μια ικανοποιητική ποικιλία στον σχεδιασμό τους κάνοντας έτσι κάθε μάχη εντυπωσιακή και μοναδική. Παρόλα αυτά, το μέγεθός τους και η λογική του παιχνιδιού καθιστούν κάθε μάχη μικρότερη απ’ ότι θα περιμέναμε ενώ το μέγεθος του roster ενδεχομένως να μας αφήνει να ζητάμε κάτι παραπάνω.

Δεν θα έλειπε το “Χρυσό παιδί” της συλλογής. Το Hyper Street Fighter II: Anniversary Edition είναι ενδεχομένως και το μόνο παιχνίδι που οι competitive players θα απευθυνθούν καθώς ήταν το μοναδικό παιχνίδι που κυκλοφόρησε σε αρκετά περιορισμένα arcades πριν κάνει την επιστροφή του στα Playstation 2 και Xbox. Η έκδοση της συλλογής μας επιτρέπει να επιλέξουμε ανάμεσα σε 16 χαρακτήρες – τόσο φανερούς όσο και κρυφούς – με αποτέλεσμα να ανταποκρίνεται σε προσδοκίες και να μας δίνει λόγους να παίζουμε ενάντια σε φίλους και παίκτες απ’ όλο το κόσμο. Εδώ όμως, αν παίξουμε την έκδοση της Αμερικής, θα πρέπει να προσέξουμε διότι το A.I. είναι ήδη αρκετά δύσκολο και οι εχθροί μας δεν αφήνουν κανένα περιθώριο λάθους.

Στον τομέα του Street Fighter θα βρούμε και άλλους δύο τίτλους, με τον ένα να μην θεωρείται και τόσο fighting αλλά ίσως να είναι το αγαπημένο μου από το σύνολο. Το Super Puzzle Fighter II Turbo είναι ένα παιχνίδι που συνδυάζει το gameplay του Puyo Puyo με ένα στυλ Tetris όπου οι παίκτες καλούνται να ενώσουν κυβάκια ίδιου χρώματος και μετά να τα σπάσουμε με gems ώστε να ρίξουμε “σκουπίδια” στο αντίπαλο grid μέχρι να το γεμίσουμε και να νικήσουμε. Καθώς ολοκληρώνουμε “combos” σπάζοντας πολλά κυβάκια μαζί θα δούμε τους χαρακτήρες μας να κάνουν taunts και super attacks ως οπτικό feedback για το επιτυχές μας καθάρισμα. Ευτυχώς, για ένα παιχνίδι σαν αυτό που “κραυγάζει” friendly competition, το online versus είναι άκρως ικανοποιητικό με το netcode της capcom να βοηθάει για ισορροπημένα match.

Από την άλλη, στην ίδια φλέβα, το Pocket Fighter ή Super Gem Fighter Mini Mix, δανείζεται τα Chibi μοντέλα των πολεμιστών του Super Puzzle Fighter II Turbo και τα θέτει αντιμέτωπα σε ένα πιο παραδοσιακό παιχνίδι ξύλου που δανείζεται πολλά στοιχεία από το puzzle αδερφάκι του. Υπάρχουν τα αγαπημένα fireballs και Shoryukens αλλά μέσα στα combos θα δούμε πιο “χαζές” και χαριτωμένες επιθέσεις προσθέτοντας έτσι μια πιο χαρούμενη και ευχάριστη χροιά σε όλο το παιχνίδι. 

Τελευταίο παιδί της συλλογής είναι το Cyberbots, ένα mech-themed fighting παιχνίδι του 1994 που λαμβάνει το θέμα του beat ‘em up Armored Warriors και το μετατρέπει σε παιχνίδι ξύλου με μοναδικά μοντέλα, όμορφα σχέδια στα ρομπότ και στους χαρακτήρες καθώς και την δυνατότητα να συνδέουμε αυτούς τους χαρακτήρες με διαφορετικά ρομπότ. Σαν gameplay βέβαια έχει μια πιο απλή εκτέλεση σε αντίθεση με τους προηγούμενους τίτλους με τα περισσότερα combos να εξαπολύονται από δύο μόνο κουμπιά.

Ευχαριστούμε θερμά την CD Media για τη διάθεση του παιχνιδιού.

You may also like