Ever Tried, Ever Failed. Mια (ακόμα) ματιά στο αριστουργηματικό Dark souls

Γράφει ο/η Δημοσθένης Θεοφιλόπουλος

Το παρακάτω άρθρο αποτελεί καθαρά μια προσωπική ματιά του γράφοντα πάνω σε ένα παιχνίδι που του άλλαξε τον τρόπο που βλέπει τα βιντεοπαιχνίδια. Πέρα από μέσο διασκέδασης κάποια αποτελούν και τέχνη, τουλάχιστον με τον ασαφή ορισμό που έχει στο κεφάλι του. Είναι μια προσπάθεια να μαζέψει σκέψεις και συναισθήματα, δύσκολα να εκφραστούν πολλές φορές.

Πόνος, μελαγχολία, ματαιότητα. Τρία συναισθήματα που προσπαθούμε να αποφύγουμε αλλά είναι μέρος της ζωής. Τρεις λέξεις που ο γράφων είχε νιώσει και όταν έπαιζε dark souls. Ή καλύτερα, τρία συναισθήματα που πήραν υπόσταση μέσα απ’ το παιχνίδι. Όταν πρωτοήρθα σε επαφή με το dark souls το αντιμετώπισα με φόβο μιας και είχα ακούσει για την δυσκολία του. Η αρχή ήταν πιο εύκολη απ’ ότι φανταζόμουν. Έφτασα στο firelink shrine. Εκεί η μουσική με σόκαρε. Γαλήνη και ηρεμία. Ήρθε μετά ο διάλογος με τον crestfallen warrior.  “But there is no salvation here.” Δεν πήρα το μήνυμα για το τι με περίμενε.  Επόμενη στάση ένα νεκροταφείο.  Ο ένας θάνατος άρχισε να διαδέχεται τον άλλον. Αποφασίζω να πάω αλλού. Newlondoruins. Κάτι άψυχα όντα εμφανίζονται να κραυγάζουν σιωπηλά. Όλα καλά. Το μήνυμα “You died” άρχιζε να ξαναεμφανίζεται στην οθόνη. Πόνος λοιπόν. Πόνος για τους αμέτρητους θανάτους, για τα άψυχα όντα που δεν είχαν αιτία ύπαρξης, πόνος γιατί δεν κατάφερνα να προχωρήσω καθόλου. Πραγματικότητα και βιντεοπαιχνίδι είχαν ήδη μπλεχτεί. Τελικά βρίσκω τον δρόμο. Κι άλλα hollows καίγονται στις φλόγες μου. Αρχίζω και αναθεωρώ.  Όμως μη έχοντας υπολογίσει τις διάφορες παγίδες (ξανά) πεθαίνω. Βιαστικά πάω να μαζέψω τις ψυχές μου. Τα κομμάτια μου, που λένε. ]

Σκέφτομαι τις μέρες που μου έχει συμβεί αυτό. Φυσικά ξανά πεθαίνω πριν πάρω τις ψυχές μου. Για να συντομεύω, φτάνω επιτέλους στα Gargoyles. Έχοντας ανακαλύψει το level design και τα shortcuts, έχω αποφασίσει ότι έχω να κάνω με ένα αριστούργημα και πρέπει να του δώσω χρόνο. Σταματάω, έχοντας καρφωμένη στο κεφάλι μου την εξής φράση “Don’t you dare go hollow”. Μην τολμήσεις μου λέει ο Αndre. Αρχίζω και συνειδητοποιώ ότι δεν είναι ο Andreπου μου το λέει αυτό. Η σκέψη αυτή είναι δικιά μου. Μην τα παρατήσεις. Μπορείς να τα καταφέρεις. Σιγά σιγά. Όπως σου δείχνει το dark souls.

Για να μην τα πολυλογώ ο ένας θάνατος έρχεται μετά τον άλλον. Έρχονται όμως και οι νίκες. Το συναίσθημα της μελαγχολίας με συντροφεύει σ όλες μου τις περιπέτειες. Κάθε φορά που γυρνάω σπίτι μου, στο fire link shrine έρχεται αυτή η γαλήνη που σε συνδυασμό με την μελαγχολική ατμόσφαιρα με λυγίζουν. Συναντώ την Priscilla. Ένα τέρας στα μάτια των βασιλιάδων της Anor Londo. Με παρακαλεί να την αφήσω στην ησυχία της. Φυσικά και φεύγω χωρίς να την ακουμπήσω.

Οι παραλληλισμοί που μου έρχονται πάρα πολλοί.  Φτάνω στον Sif. Με πόνο ψυχής τον σκοτώνω. Δεν έχω μάθει ακόμα την ιστορία του. Συνεχίζω το παιχνίδι. Έχω αρχίσει και γίνομαι καλός, σκέφτομαι με άγνοια και έπαρση. Συνειδητοποιώ ότι κοντεύω στο τέλος. Έρχεται η ώρα του Αρτόριας. Μου διαλύει οποιαδήποτε σκέψη ότι έγινα καλός στο άψε σβήσε. Δε πειράζει. Προχωράμε.  Πάω στην άβυσσο. Τα συναισθήματα εκεί παίζουν περίεργα παιχνίδια. Μαυρίλα, σκοτάδι, θάνατος, ψυχές χωρίς λόγο ύπαρξης. Μετά από πολύ κόπο βγαίνει και ο Manus. Φτάνω στον Gwyn. Τι είπα πριν για μελαγχολία. Έ δεν είχα ιδέα τι με περίμενε. Συνειδητοποιώ τι ρόλο έχει παίξει υποσυνείδητα η μουσική σ’ αυτό το ταξίδι. Τελειώνω αυτή την υπέροχη μάχη.

Κάθομαι μπροστά από την φωτιά και σκέφτομαι τι έχω ζήσει. Δυο κόσμοι. Ο πραγματικός και o φανταστικός. Ο ένας στην Αθήνα. Γκρίζος, με τον ουρανό να φαίνεται με δυσκολία μέσα από τα τσιμέντα, το πράσινο να δίνει ζωή με το σταγονόμετρο, ο αέρας μολυσμένος και χιλιάδες άνθρωποι να τρέχουν κάθε μέρα για δουλειά, να διασκεδάζουν και να αντιμετωπίζουν αυτό το παιχνίδι που λέγεται καθημερινότητα. Με ευκαιρίες, αλλά μια ζωή.

Απ’ την άλλη το βασίλειο της Lordran. Ένας κόσμος με λίγους ανθρώπους, πολλά hollows, καταθλιπτική ατμόσφαιρα. Παρά μόνο μια μεγαλειώδης, φωτεινή AnorLondo. Που και αυτή είναι παρά μόνο μια ψευδαίσθηση. Mε χαρακτήρες χωρίς λάμψη. Κάποιοι απ΄ αυτούς προδότες, άλλοι μεθυσμένοι απ’ την δύναμη της φωτιάς, άλλοι από τον θάνατο και αρχαία όντα να εξυπηρετούν τους σκοπούς τους.   Οι παραλληλισμοί και οι συγκρίσεις των δύο κόσμων  για μένα είναι αναπόφευκτες.

Τέλος, ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα στο κομμάτι του Multiplayer. Μη έχοντας ασχοληθεί ιδιαίτερα με το pvp θα επικεντρωθώ κυρίως στο co-op. Μια απ’ τις  πιο όμορφες εμπειρίες που έχω ζήσει. Εκεί που δυσκολεύεσαι, υπάρχει κάποιος πάντα για βοήθεια. Αρκεί να το ζητήσεις. Έρχεται, υποκλίνεσαι αναγνωρίζοντας την πράξη του. Πολεμάτε μαζί, νικάτε, χοροπηδάτε απ’ την χαρά. Ένας σύντροφος χωρίς όνομα. Μπορεί να μην τον ξαναδείς. Όμως όταν χρειάστηκε ήταν εκεί. Το ίδιο θα κάνεις και εσύ. Βάζεις το σημάδι σου και περιμένεις.

Αυτή η συντροφικότητα και αλληλοβοήθεια που συναντάς σε ένα απαιτητικό και βαρύ παιχνίδι είναι όαση. Όαση απέναντι στην τοξικότητα του git gud. Όαση που μου θυμίζει ότι και στην καθημερινή ζωή υπάρχουν άνθρωποι, με όνομα αυτή τη φορά, που απέναντι στο πρόσταγμα της εποχής θα σταθούν δίπλα σου και εσύ δίπλα τους. Και εκεί βρίσκεται και η ουσία.

Κλείνω αυτό το άρθρο με την αγαπημένη μου μουσική από το παιχνίδι και μια φράση .

“Ever tried. Ever failed. No matter. Try again. Fail again. Fail better”- S. Beckett

You may also like