Τι άλλο να ζητήσουμε ως gamers όταν σε μια χρονιά σαν και αυτή που περνάμε, τουλάχιστον όσον αφορά τις κυκλοφορίες, έρχεται και ένα PlayStation 1st Party παιχνίδι από την καταπληκτική Insomniac, γνωστή για τα ‘καλάθια’ που βάζει χωρίς να αστοχεί ποτέ στον τομέα της διασκέδασης αλλά και του τεχνικού τομέα. Ακολουθώντας την βάση που έχτισαν τόσο το Spider-Man όσο και το Miles Morales, καλωσορίζουμε το Spider-Man 2.
Το Spider-Man 2 εξελίσσεται μερικούς μήνες μετα τα γεγονότα του Miles Morales. Κατά την διάρκεια της πρώτης ημέρας του Peter Parker ως καθηγητής στη σχολή Brooklyn Visions όπου σπουδάζει και ο Miles το μάθημα διακόπτεται μετα από την αναπάντεχη επίθεση του Sandman, ο οποίος δείχνει περισσότερο ότι φοβάται και προσπαθεί να δραπετεύσει από μια μεγαλύτερη απειλή παρά ότι ξύπνησε στραβωμένος μια ωραία μέρα και είπε να αρχίσει να γκρεμίζει την Νέα Υόρκη. Και ενώ κάποιος θα περίμενε ότι η εν λόγω απειλή θα ήταν ο κύριος Venom που κοσμεί το εξώφυλλο, ο φόβος και ο τρόμος των supervillains του Μεγάλου Μήλου δεν είναι άλλος από… τον Kraven the Hunter. Ο Kraven εμφανώς βαριεστημένος από τα θηράματα που έως τώρα κυνηγούσε αποφάσισε να φέρει τον στρατό του απαρτιζόμενο από ζούγκλους πολεμιστές, drones και μηχανοκίνητα στην γειτονιά των Spider-Men (Spiders-Man? The Spiders?) προς εύρεση νέων πιο συναρπαστικών θηραμάτων.

Το πρώτο μισό του παιχνιδιού αφορά σχεδόν αποκλειστικά τον Kraven, όπου και κάνει ένα σταδιακό handoff στο symbiote το οποίο δένει με τον Peter και στο τρίτο μέρος του παιχνιδιού αναδύεται ως η κύρια απειλή μέχρι το τέλος του παιχνιδιού. Πέρα από τις 2 κύριες απειλές των Kraven και Venom που μας απασχολούν στα main missions, τα side missions έχουν και αυτά τα δικά τους plot points που ανοίγουν ή συνεχίζουν από προηγούμενα παιχνίδια (π.χ. ο Howard και οι γλάροι του) και είτε κλείνουν είτε δίνουν πάσα για το επόμενο παιχνίδι ή ίσως κάποιο πολύ δυνατό DLC αν κρίνουμε από το τι μένει ανοιχτό. Το πρώτο μου πρόβλημα με το παιχνίδι είναι ταυτόχρονα η επιλογή του main κακού τόσο από την οπτική μιας αυτόνομης ιστορίας, όσο και από την οπτική του τι γινόταν στο προηγούμενο παιχνίδι.
Εκτός του ότι, προσωπικά, δεν είχα ποτέ σε εκτίμηση τον Kraven σαν κακό, όχι ότι δεν είναι μια κεντρική απειλή, αλλά όταν Παρασκευή με Σάββατο έχεις στο μενού Venom και Green Goblin είναι “κάπως” να πηγαίνεις στον Conan τον Βάρβαρο Δευτέρα πρωί. Σαν κακός δεν “κολλάει” ούτε όταν στέκεται δίπλα στην αμέσως επόμενη απειλή που συναντάμε (Venom) ούτε ο ίδιος και ο στρατός του, που θα έπρεπε να αποτελούν πρόκληση για δυο spider-men από τη στιγμή που έκανε καλά στο προηγούμενο παιχνίδι τον hi-tech στρατό της Silver Sable ένας spider-man με λιγότερη εμπειρία και χωρίς το μαύρο κουστούμι, ενώ παράλληλα έπαιζε ντρίμπλα με Sinister Six (την μορφή τέλος πάντων που είχε το σχήμα στο πρώτο game χωρίς τον green goblin) και Kingpin.
Ξεπερνώντας την παραπάνω ανομοιότητα απειλών σε σχέση με τι έχει ήδη περάσει από πριν ο Spidey, ο Kraven δείχνει κατευθείαν τα δόντια του και το ποιόν του δολοφονώντας βίαια έναν από τους άλλους παλιούς villains, σε σημείο που κοίταξα το κουτί του παιχνιδιού να δω το PG rating του (PG-16, για όποιον ενδιαφέρεται). Προς τους γονείς που σκέφτονται να το πάρουν στα παιδιά τους να έχετε υπόψιν ότι έχει μερικές πιο σκληρές σκηνές απ’ ότι έχουμε συνηθίσει σε παιχνίδια Spider-Man αλλά όχι σε επίπεδο «ο Άνακιν γίνεται κάρβουνο live on camera και η ταινία είναι rated για 13χρονα».

Ο ίδιος ο Kraven μπορεί να μην είναι το αστείο που έχω στο μυαλό μου από την animated σειρά, αλλά οι henchmen του (Hunters) είναι. Το πόσο αστείοι είναι φαίνονται από την επιστροφή της Mary Jane (MJ) Watson, της παραδοσιακής κοκκινομάλλας σχέσης του Peter Parker που μαζί της επιστρέφουν και οι stealth αποστολές. Ήδη στην πρώτη stealth αποστολή της η MJ κυριολεκτικά “αδειάζει” μια βάση από Hunters εξοπλισμένη μόνο με ένα taser και προφανώς αθόρυβες μπότες, αφού ο παίκτης μπορεί να τρέξει με το R2 καταπάνω σε έναν hunter και να πατήσει το τετράγωνο για να του κάνει takedown πριν προλάβει ο Hunter να γυρίσει να κοιτάξει. Εννοείται ότι αν μας βρουν μπορούμε να φύγουμε λίγο μακριά και να περιμένουμε να κάνουν “reset” οι εχθροί σαν να μην έγινε τίποτα κάτι που με βάζει σε σκέψεις για τον λόγο που όχι μόνο δεν έχουν ξεπεραστεί τα alert mechanics των Metal Gear Solid, αλλά δεν τα πιάνουν καν οι υπόλοιποι σχεδιαστές.
Βέβαια “το κύπελλο το σηκώνει” η τελευταία αποστολή του παιχνιδιού όπου μας θέλει να παίζουμε από λίγο και με τους 3 ‘βασικούς’ χαρακτήρες του παιχνιδιού και μας βάζει την MJ αντιμέτωπη όχι μόνο με symbiotes αλλά και μ’ένα miniboss symbiote που οι απλοί spider-men ιδρώνουν να κατεβάσουν. Φυσικά η MJ είναι “girlboss” οπότε δεν έχει θέμα να το κάνει καλά με το taser της – που πλέον είναι και electric-web shooter πριν σου δώσει το παιχνίδι τον έλεγχο του Miles και αρχίσουν να σε παίζουν μπάλα τα symbiotes που η MJ ισοπέδωνε με ευκολία έως εκείνο το σημείο.
Γενικά, νιώθω ότι αν η γραφή του πρώτου παιχνιδιού (και περισσότερο του Miles λόγω πρωταγωνιστή) έκλεινε προς το ‘προοδευτικό’ αλλά τους κράταγαν σε ένα σοβαρό σημείο, εδώ αυτός που τους κράταγε τα παράτησε και άφησε τους junior writers να αλωνίσουν καθώς το γράψιμο είναι αισθητά χειρότερο και σε σημεία, ίσως ενοχλητικό. Για κάθε side quest το οποίο θα έχει καταπληκτικές συναισθηματικές στιγμές μέσα, θα υπάρχει και ένα άλλο που θα σε βγάζει τελείως από το κλίμα και την ατμόσφαιρα που φτιάχνει, με καταστάσεις που θα ήταν normal και καλοδεχούμενες στην δυτική ακτή των ΗΠΑ, αλλά που στον υπόλοιπο κόσμο δεν έχουν την ανάλογη απήχηση ή καν κατανόηση. Σημειώνω τα παραπάνω γιατί είχαν αντίκτυπο στην εμπειρία μου με το παιχνίδι η οποία σε γενικές γραμμές ήταν εξαιρετική, κυρίως με το νέο σύστημα μάχης & μετακίνησης που έχει το sequel.

Πριν κλείσω όμως για το σενάριο και την γραφή, να σημειώσω ότι ο Harry Osborn επιστρέφει ως παιδικός φίλος του Peter και δίνει μια υπέροχη ερμηνεία σε όλα τα επίπεδα, και πως ο Venom είναι αυτό ακριβώς που πρέπει να είναι. Εντωμεταξύ, επειδή οι τελευταίες επαφές που είχα με τον Venom ήταν από τις δύο ταινίες του, το μυαλό μου έμπαινε σε ‘buddy mode’ κάθε φορά που άκουγα τον ίδιο τον Venom να μιλάει και περίμενα τον Tom Hardy να του πει να το βουλώσει. Μερικοί από τους villains των προηγουμένων παιχνιδιών επιστρέφουν ως υποστηρικτικοί χαρακτήρες, ανάμεσα τους ο Martin Li (Mr. Negative) καθώς και ο Quentin Beck (Mysterio) που έως τώρα είχε μόνο αναφερθεί στο πρώτο παιχνίδι.
Φυσικά, υπάρχουν δυνατά cameos που θα μας απασχολήσουν στο τρίτο παιχνίδι ή ίσως κάποιο DLC, κάτι που ένιωσα ότι αφαιρεί επίσης λίγο από το γράψιμο του συγκεκριμένου τίτλου καθώς ένιωσα ότι παίζω το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας -κάτι σε περισσότερο Hobbit 2 παρά Judgement Day ή Road Warrior. Το παιχνίδι επίσης έχει πολύ περίεργο pacing όσον αφορά την βασική ιστορία του – πέρα από το εισαγωγικό boss fight με τον Sandman υπάρχει ένα miniboss fight κάπου στα μισά του παιχνιδιού, και γύρω στα 2/3α αρχίζει το ένα boss fight πίσω από το άλλο. Σίγουρα, θα μπορούσε να είχε κατανεμηθεί καλυτέρα όλο αυτό.

Μπορεί λοιπόν να βρισκω την επιλογή κακού και το γράψιμο υποδεέστερα του πρώτου παιχνιδιού, αλλά το Spider-Man 2 σε κάνει να τα ξεχνάς όλα αυτά με το moment-to-moment gameplay του. Είτε στην ανανεωμένη μάχη ή στον τρόπο που περιφέρονται οι Spider-Men στην πόλη, το παιχνίδι “σκίζει”. Στην μάχη έχουμε πλέον πέντε κινήσεις σε κάθε κουμπί από τα L1 και R1, π.χ. το L1 από μόνο του χρησιμοποιείται για άμυνα/parry, ενώ L1 + κάποιο από τα face buttons (X, O, τρίγωνο, τετράγωνο) χρησιμοποιεί κάποιο από τα skills του εκάστοτε Spider-Man, ενώ το R1 εξακολουθεί να ρίχνει με τα web shooters και οι υπόλοιποι τέσσερις συνδυασμοί χρησιμοποιούν κάποιο άλλο από τα τέσσερις επιπλέον gadgets που έχουμε στη διάθεση μας.
Σε συνδυασμό με ένα αρκετά βαθύ leveling & upgrade σύστημα, τόσο σε βαθμό suit upgrades που δίνουν π.χ. περισσότερα HP, damage ή περισσότερο focus για τα skills, όσο και στα gadget upgrades που στα μεσοσημεία τους αλλάζουν την ίδια την συμπεριφορά του κάθε gadget, το παιχνίδι δίνει στον παίκτη την ελευθερία να φτιάξουν τους χαρακτήρες όπως τους θέλουν εκείνοι και όπως ταιριάζει στο playstyle τους. Η καρτέλα των ικανοτήτων μας δίνει την επιλογή να αναβαθμίσουμε τόσο τον ίδιο τον Miles ή Peter οι οποίοι έχουν δικές τους, πολύ ξεχωριστές ικανότητες, όσο και ένα κοινό δέντρο ικανοτήτων το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων αναβαθμίσεις για την μετακίνηση μέσα στην πόλη.
Οι ικανότητες απαιτούν skill points που λαμβάνονται σε κάθε level up με XP το οποίο με τη σειρά του κερδίζεται μέσα από κάθε σεναριακή δραστηριότητα (main story, side quests, combat αποστολές κλπ), ενώ κάθε δραστηριότητα θα δώσει και τουλάχιστον ένα ακόμα token για να αγοραστούν suit & gadget upgrades αλλά και να ξεκλειδωθούν νέα suits για κάθε έναν από τους δύο πρωταγωνιστές μας. Επιπλέον, πολλά από τα κουστούμια έρχονται και σε πολλαπλά styles τα οποία μπορούν να ξεκλειδωθούν ως ‘πακέτο’ μετα το ξεκλείδωμα της βασικής τους στολής. Από παραμετροποίηση το παιχνίδι με άφησε απόλυτα ικανοποιημένο, ενώ σε κανένα σημείο από τις 23 ώρες που μου πήρε η πλατίνα δεν ένιωσα ότι κάνω αγγαρεία στο grind όπως σε κάποιο παιχνίδι της Ubisoft. Η όλη εμπειρία “κύλησε νεράκι” σε μια από τις πιο απολαυστικές εμπειρίες μιας ήδη υπέροχης χρονιάς.

Η μεγαλύτερη χαρά φυσικά είναι να πηγαινοέρχεσαι στη Νέα Υόρκη και παρόλο που το fast travel είναι αρχικά κλειδωμένο, ανοίγει αρκετά γρήγορα αν αφιερώσει κανείς λίγο χρόνο να το κάνει δραστηριότητες σε 2-3 γειτονίες ώστε να μπορεί π.χ. να πάει από την μια άκρη του χάρτη στην άλλη. Ήδη από την αρχή του παιχνιδιού οι χαρακτήρες παίρνουν τα web wings τα οποία τους επιτρέπουν να ‘γλιστρούν’ (glide) στον αέρα το οποίο ήδη κάνει την όλη διαδικασία εξερεύνησης ακόμα πιο διασκεδαστική, αλλά τα wings μπορούν να χρησιμοποιήσουν και wind tunnels τα οποία μπορούν κυριολεκτικά να σε περάσουν από Μανχάταν απέναντι στο Μπρούκλιν σε δευτερόλεπτα. Αν υπάρχει ένα αρνητικό στο όλο σύστημα ταξιδιού, είναι ότι χάνεται σε μεγάλο βαθμό η ακρίβεια για μικρές κινήσεις. Θες να κατέβεις από το περβάζι στο πάτωμα; Μπα, φύγε στον απέναντι ουρανοξύστη. Θέλει συνήθεια και μπορεί να χρειαστεί να ξεκινήσουμε από το διπλανό κτήριο για να φτάσουμε εκεί που θέλουμε, αλλά δεν έτυχε να χαλάσει την εμπειρία μου πάνω από μερικές σπάνιες φορές.
Από την μια έχουμε την εξαιρετική μάχη με πιο ‘κοφτή’ απόκριση από τα προηγούμενα games, όπου προς το τέλος του παιχνιδιού και είχα όλα τα skills & gadgets, το παιχνίδι έστελνε 30-40 hunters εναντίον μου σε κάποια από τις βάσεις τους, εγώ τα άνοιγα όλα (και το κλασσικό πλέον L3+R3 ‘rage mode’ που έχουμε συνηθίσει σε αυτά τα παιχνίδια) και γέμιζε κυριολεκτικά η οθόνη χάος, και από την άλλη την εξαιρετική κίνηση στην πόλη που για άλλη μια φορά σε κάνει να μην την βαριέσαι ποτέ. Ακόμα και όταν από μια αποστολή στην επόμενη έπρεπε να πάω από την μια άκρη στην άλλη, πάντα το χαιρόμουν να κάνω web swing/wing glide. Σαν gameplay, χωρίς να κάνει κάτι το συνταρακτικό σε σχέση με πριν (ειδικά μέχρι τα μισά που ακόμα δεν έχουν ανοίξει όλα τα abilities), το παιχνίδι παρόλα αυτά είναι καθαρή διασκέδαση.

Στον τεχνικό τομέα η αλήθεια είναι ότι τα βρισκω σκούρα. Βλέπετε, μερικές μέρες πριν έπαιζα το Spider-Man Remastered στο PC και με αυτό ως πρόσφατη ανάμνηση, τα γραφικά του Spider-Man 2 στα περισσότερα σημεία δεν μου φάνηκαν κάτι το ξεχωριστό – να σημειώσω ότι παίζω στο ίδιο ακριβώς monitor μιας και σύνδεσα το PS5 για να έχω VRR. Με αυτό εννοώ ότι η Insomniac καταφέρνει να κάνει το PS5 να δίνει αποτέλεσμα σαν ένα top-end gaming PC το οποίο είναι τεράστια φιλοφρόνηση για την δουλειά της. Όσοι έχετε παίξει μόνο το Spider-Man στο PS4 θα καταλάβετε αμέσως την διαφορά, αν και πρέπει να σημειώσω ότι και εκείνο το παιχνίδι ήταν οπτικά άρτιο για το genre του.
Οι μεγαλύτερες διαφορές στο SM2 είναι στους φωτισμούς, τις σκιές και το ray tracing, με εντυπωσιακό επίπεδο λεπτομέρειας ακόμα και σε Performance mode το οποίο βασικά και θα πρότεινα να χρησιμοποιήσετε, καθώς δεν είδα σημαντικές διαφορές με το Fidelity. Το Fidelity έχει σίγουρα πιο λεπτομερείς αντανακλάσεις, αλλά δεν κόβονται στο Performance όπως π.χ. γίνεται με το Ray Tracing του Cyberpunk, ενώ η απώλεια ανάλυσης σε συγκεκριμένα σημεία είναι μικρό τίμημα για 60αρι gameplay. Ακόμα και με VRR ενεργοποιημένο σε monitor που υποστηρίζει HDMI 2.1 & 120Hz, το Fidelity κάθεται κάπως βαρύ για τον ρυθμό της δράσης. Κάτι που σίγουρα είναι βελτιωμένο είναι το scope του παιχνιδιού καθώς οι αρένες που γίνονται οι μάχες είναι εμφανώς μεγαλύτερες σε σχέση με πριν – μόνο τα hunter bases να δείτε που έχουν μέχρι και τρεις ορόφους και να τα συγκρίνετε με τα stealth sections ή τις kingpin bases του πρώτου θα καταλάβετε αμέσως την διαφορά σε μέγεθος. Το view distance είναι επικό, καθώς το αγαπημένο χόμπι του spider-man είναι να αράζει στην κορυφή ουρανοξύστη και να χαζεύει τη Νέα Υόρκη οπότε έδωσαν σοβαρή βελτίωση εδώ οι μάγοι της Insomniac πετυχαίνοντας ένα αποτέλεσμα που μόνο ως «next gen» μπορεί να χαρακτηριστεί.

Όπως σε πολλά παιχνίδια που πάνε από πιο στατικό φωτισμό σε πιο δυναμικό, έτσι και εδώ, το composition της σκηνής μπορεί να δώσει την αίσθηση ότι έχουν υποβαθμιστεί τα γραφικά ή είναι λιγότερο δραματικός ο φωτισμός. Δυστυχώς, αυτό είναι κάτι που όλος ο τομέας ακόμα μαθαίνει και εξελίσσει και το βλέπουμε και στο Cyberpunk (για να χρησιμοποιήσω το ίδιο παράδειγμα) μεταξύ ‘απλού’, ray tracing και path tracing (για PC) φωτισμού. Το άλλο ελάττωμα των γραφικών είναι στα πρόσωπα των χαρακτήρων, στα οποία τολμώ να πω ότι η ποιότητα έπεσε σε σχέση με το πρώτο παιχνίδι, και δεν εννοώ την Tom Holland φάτσα του Peter, αλλά γενικά. Για να κλείσω με τον τεχνικό τομέα, είχα μερικά ψιλό glitches αλλά ήταν τόσο μικρά και ελάχιστα στις 20+ ώρες, που σχεδόν δεν αξίζει να τα αναφέρω.
Αυτό που μου έκανε εντύπωση για παιχνίδι σε κονσόλα είναι ότι είχα δύο crashes κατά την διάρκεια του, κάτι που γενικά δεν έχω συνηθίσει να βλέπω. Λίγο πριν κλείσω το παιχνίδι μετα την πλατίνα έγινε πάντως το πιο αστείο glitch οπού στο μενού, η στολή του Peter που είχα εξοπλισμένη καθώς και τα styles της μάλλον κολλήσαν στο φόρτωμα και έβλεπα απλά ένα λευκό τετράγωνο στη θέση του (υ.γ. αυτό ήταν όντως ένα γνωστό bug που πλέον διορθώθηκε με το αντίστοιχο update). Οπότε, με τα παραπάνω, δεν μπορώ να πω ότι ο τεχνικός τομέας είναι άρτιος ή bug-free, αλλά είναι σίγουρα ένα παιχνίδι με πολύ υψηλές προδιαγραφές όπως μας έχει συνηθίσει η Insomniac αλλά και τα first party παιχνίδια της Sony.

Ίσως δίνω την εντύπωση ότι περισσότερο γκρινιάζω για το παιχνίδι παρά το εκθειάζω και θέλω να πω σε αυτό το σημείο ότι παρά το σχετικά μικρό μέγεθος του, πέρασα πραγματικά υπέροχα αυτό το τριήμερο που μου πήρε να το τελειώσω. Τα side quests είναι όσα πρέπει να είναι, τα collectibles είναι όλα πολύ λογικά τόσο σε αριθμό όσο και σε ευκολία να τα πάρεις (με εξαίρεση τα spider-bots όπου θα πρότεινα να έχετε ένα interactive map ανοιχτό από δίπλα), και ειδικά αν κάποιος τα συνδυάσει και παίζει λίγο από εδώ λίγο από εκεί μεταξύ των main missions πιστεύω δεν θα κουραστεί καθόλου και η εμπειρία θα μείνει φρέσκια καθ’ όλη την διάρκεια. Αν έβγαινε οποιαδήποτε άλλη χρονιά θα ήταν υποψήφιο GOTY για εμένα καθαρά με βάση το πόσο διασκέδασα. Φέτος όμως μπαίνει στα Top 10 μου, μιας και είναι μια άκρως ανταγωνιστική χρονιά. Όπως και να έχει, το προτείνω ανεπιφύλακτα σε όλους αρκεί να έχουν υπόψιν τους την διάρκεια του καθώς αυτή τη στιγμή, το παιχνίδι δεν έχει New Game+ (χαμένη ευκαιρία κατ’ εμέ, θα είχε πολύ πλάκα). Για οπαδούς Spider-Man ή όσων αγαπάνε το συγκεκριμένο genre πάντως, ακόμα και σε full τιμή είναι μια παρά πολύ καλή επιλογή για δώρο τόσο στον εαυτό σας όσο και σε φίλους/ανίψια κλπ. τώρα που πλησιάζουν και τα Χριστούγεννα. Η Insomniac κατάφερε για άλλη μια φορά να παραδώσει μια άκρως διασκεδαστική εμπειρία όπως ξέρει να κάνει κάθε φορά.



Ευχαριστούμε το Gaming Galaxy για την παραχώρηση του παιχνιδιού.