Υπάρχουν παιχνίδια που σε εντυπωσιάζουν. Υπάρχουν παιχνίδια που περνάς καλά μαζί τους. Και υπάρχουν και εκείνα τα σπάνια παιχνίδια που, όταν τελειώσουν, μένουν μαζί σου σαν μια ανάμνηση που δεν θέλεις με τίποτα να σβήσει. Το Mixtape ανήκει ξεκάθαρα στην τελευταία κατηγορία.
Η συγκεκριμένη κυκλοφορία της Annapurna Interactive, θα αξιολογηθεί σαν παιχνίδι, θα βαθμολογηθεί, σαν συναίσθημα και θα σας αφηγηθεί σαν μια προσωπική ιστορία.
Η νέα δημιουργία της Beethoven & Dinosaur δεν προσπαθεί να γίνει το μεγαλύτερο παιχνίδι της χρονιάς. Δεν προσπαθεί να σε κερδίσει με το ατελείωτο gameplay της , χάρτες γεμάτους objectives ή μηχανισμούς που φωνάζουν “innovation”. Αντίθετα, επιλέγει κάτι πολύ πιο δύσκολο, να σε κάνει να νιώσεις και αυτό το καταφέρνει σχεδόν αβίαστα.

Το Mixtape αφηγείται μια ιστορία ενηλικίωσης μεταξύ φίλων, μέσα από την τελευταία νύχτα του σχολείου πριν αλλάξουν όλα στις ζωές τους. Και αν αυτό ακούγεται απλό, είναι γιατί το παιχνίδι βασίζεται ακριβώς εκεί, στις μικρές στιγμές. Στα βλέμματα. Στις σιωπές. Στα αστεία που μόνο μια παρέα καταλαβαίνει. Στην αμηχανία του “φεύγουμε πια από εδώ” και του “θα τα πούμε αύριο”.
Οι χαρακτήρες γράφτηκαν με έναν τρομερά ανθρώπινο τρόπο. Δεν είναι ήρωες. Δεν είναι υπερβολικοί στις αντιδράσεις τους. Είναι νέοι άνθρωποι που φοβούνται το αύριο αλλά προσπαθούν να το κρύψουν πίσω από μουσική, χαζές κουβέντες και μια τελευταία βραδιά ελευθερίας.
Και ίσως εκεί κρύβεται η μεγαλύτερη δύναμη του παιχνιδιού, στην αυθεντικότητα.
Υπάρχουν στιγμές που θα γελάσεις πραγματικά και θα μείνεις με αυτό το χαζό χαμόγελο για ώρα. Άλλες που θα νιώσεις εκείνο το σφίξιμο στο στήθος χωρίς το παιχνίδι να κάνει κάτι “δραματικό”. Απλώς σου θυμίζει πράγματα. Ανθρώπους. Καταστάσεις. Εκείνες τις εποχές που δεν ήξερες ότι κάποτε θα νοσταλγείς τόσο πολύ και θα σβήσουν τα χρώματα της καθημερινότητάς μας, για να έρθει αυτό το άχρωμο σήμερα μέσα στο βάζο έτοιμο για κατανάλωση. Διάολε πονάει πολύ!

Φυσικά, αν υπάρχει ακόμη ένας πρωταγωνιστής εδώ, πέρα από τους χαρακτήρες, αυτός είναι η μουσική.
Το Mixtape χρησιμοποιεί το soundtrack – μουσικές του, με τρόπο σχεδόν κινηματογραφικό. Δεν υπάρχουν τραγούδια που μπήκαν απλώς για να ακούγονται ωραία. Κάθε κομμάτι κουβαλάει κάποιο συναίσθημα. Κάθε αλλαγή μουσικής σημαίνει κάτι. Και κάθε σκηνή μοιάζει χτισμένη γύρω από τον ρυθμό της κασέτας που παίζει με την κεντρική μας χαρακτήρα, την Rockford, ένα κορίτσι που έχει μόνιμα καρφωμένα τα ακουστικά στο κεφάλι της και το Walkman στην τσέπη της, να λειτουργεί σαν μαέστρος μας κατά την διάρκεια του ταξιδιού.
Υπάρχουν επίσης στιγμές που νιώθεις σαν να βλέπεις μια χαμένη indie ταινία των 2000s. Άλλες φορές θυμίζει videoclip παλιάς εποχής του MTV. Και κάποιες σκηνές πετυχαίνουν κάτι σπάνιο, αφήνουν τη μουσική να “μιλήσει” αντί για τους χαρακτήρες, με λιγότερο ganemplay, που παραμένει απλό, αλλά απόλυτα συνδεδεμένο με την εμπειρία και περισσότερο συναίσθημα, με το αποτέλεσμα να είναι μαγικό. Επίσης αντιδράς με το περιβάλλον, θα βγάλεις μια φώτο με τους φίλους να κάνουν γκριμάτσες, θα αλλάξεις μπαταρίες στην κονσόλα σου για να παίξεις, θα σηκώσεις περήφανα το μεσαίο δάχτυλο σε οτιδήποτε σε ενοχλεί και στην σπάει, ακριβώς σαν ένας έφηβος.
Το soundtrack γίνεται γέφυρα ανάμεσα στο παιχνίδι και τον παίκτη. Δεν ακούς απλά τραγούδια. Συνδέεσαι μαζί τους. Και όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους, αρκετά από αυτά θα συνεχίσουν να παίζουν στο μυαλό σου για μέρες.
Το Mixtape δεν είναι gameplay-heavy εμπειρία και ούτε προσπαθεί να γίνει. Οι μηχανισμοί του είναι απλοί, κινηματογραφικοί και πολλές φορές λειτουργούν περισσότερο σαν επέκταση της αφήγησης παρά σαν “πρόκληση”.
Και ξέρετε κάτι; Αυτή είναι η πιο σωστή επιλογή για τον συγκεκριμένο τίτλο και δεν θα ταίριαζε σε κανέναν άλλον καλύτερα πέρα από αυτόν.
Το παιχνίδι καταλαβαίνει τι θέλει να είναι. Δεν σε διακόπτει συνεχώς με character upgrades και mechanics. Σε αφήνει να μπεις στον ρυθμό του, να απορροφήσεις την ατμόσφαιρα και να χαθείς μέσα στις στιγμές του. Υπάρχουν μικρές gameplay ιδέες που δίνουν ποικιλία και κρατούν την εμπειρία φρέσκια, αλλά η καρδιά του Mixtape παραμένει η αφήγηση και το συναίσθημα. Με λίγα λόγια, ένα playable όνειρο.

Οπτικά, το παιχνίδι είναι πανέμορφο.
Η καλλιτεχνική του ταυτότητα μοιάζει ζωγραφισμένη στο χέρι, με χρώματα που αλλάζουν ανάλογα με τη διάθεση κάθε σκηνής. Ο φωτισμός, οι μεταβάσεις, τα camera cuts και η σκηνοθεσία θυμίζουν κάτι ανάμεσα σε animation film και playable memory.
Υπάρχουν πλάνα που πραγματικά θέλεις να κάνεις pause μόνο και μόνο για να τα κοιτάξεις.
Η απόδοση είναι σταθερή, τα animations φυσικά και το facial expression work εντυπωσιακό σε στιγμές που το παιχνίδι βασίζεται αποκλειστικά σε ένα βλέμμα ή μια μικρή αντίδραση.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι όλος ο τεχνικός τομέας υπηρετεί το συναίσθημα. Τίποτα δεν υπάρχει απλώς για επίδειξη αφήνοντας στον παίκτη ένα τεράστιο impact νοσταλγίας.

Το Mixtape είναι από εκείνα τα παιχνίδια που τελειώνουν ήσυχα. Δεν πέφτουν πυροτεχνήματα. Οκ πέφτουν αλλά θα καταλάβεις τι εννοώ όταν θα βρεθείς στους σχετικά σύντομους τίτλους τέλους. Δεν έρχεται κάποιο τεράστιο plot twist. Δεν προσπαθεί να σε σοκάρει.
Απλώς κάθεσαι μετά τον τερματισμό και σκέφτεσαι. Σκέφτεσαι ανθρώπους που χάθηκαν στην πορεία. Φίλους που κάποτε μιλούσατε κάθε μέρα. Καλοκαίρια που τότε έμοιαζαν ατελείωτα. Στιγμές που δεν ήξερες ότι ήταν σημαντικές μέχρι να περάσουν και να γίνουν θαμπή ανάμνηση. Και εκεί ακριβώς κερδίζει το Mixtape.
Γιατί δεν προσπαθεί να γίνει “το καλύτερο παιχνίδι όλων των εποχών”. Προσπαθεί να γίνει προσωπικό. Και όταν ένα παιχνίδι καταφέρει να σε κάνει να νιώσεις ότι ένα κομμάτι του γράφτηκε για εσένα, τότε έχει πετύχει κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα καλό review score που του αξίζει δικαιωματικά.


