Άξιζε; Πόσο διαρκεί; Αξίζει τα λεφτά του; Αυτές είναι οι τρεις ερωτήσεις που θέλω πάντα να απαντάω πρώτα σε ένα review. Και στην περίπτωση του Resonance: A Plague Tale Legacy, οι απαντήσεις είναι αρκετά ξεκάθαρες.
Ναι, άξιζε. Μου πήρε περίπου 12 ώρες, παίζοντας με ένα καλό ψάξιμο για collectibles, λύνοντας τους γρίφους χωρίς να τους προσπερνάω και με τους απαραίτητους θανάτους που θα έρθουν στην πορεία. Και στα 50 ευρώ της retail έκδοσης, θεωρώ ότι τα χρήματά του τα δικαιολογεί. Στα 60 ευρώ της ψηφιακής, θα το σκεφτόμουν λίγο περισσότερο.
Γιατί όμως;
Η σχέση μου με τη σειρά A Plague Tale δεν ήταν ποτέ απλή. Έχω παίξει τόσο το Innocence όσο και το Requiem και πάντα καταλάβαινα τι προσπαθούσε να κάνει η Asobo. Η σειρά επένδυσε από την αρχή περισσότερο στην αφήγηση, στους χαρακτήρες, στην ατμόσφαιρα και στην εποχή της, αφήνοντας το gameplay σε δεύτερη μοίρα.
Το πρώτο μου άρεσε. Πολύ. Μου άρεσε η ωμότητά του, η ιστορία του και ο τρόπος που παρουσίαζε τον κόσμο του. Το gameplay, όμως, με κρατούσε πίσω. Παρ’ όλα αυτά, το απόλαυσα. Ίσως μάλιστα περισσότερο απ’ όσο πίστευα ότι θα το απολαύσω, αν και θεωρώ ότι στην πορεία υπερτιμήθηκε αρκετά.
Το Requiem, από την άλλη, δεν κατάφερε να με κρατήσει. Εκεί ένιωσα πως το gameplay δεν εξελίχθηκε όσο περίμενα και, μαζί του, δεν ένιωσα ότι εξελίχθηκε ούτε η ίδια η εμπειρία.
Οπότε, όταν ξεκίνησα το Resonance, η αλήθεια είναι πως μπήκα με έναν μικρό φόβο.
«Ωχ… όχι πάλι.»
Και για περίπου τρεις ώρες, αυτό ακριβώς σκεφτόμουν.
Οι πρώτες ώρες με κούρασαν
Το Resonance είναι prequel και μας μεταφέρει στην ιστορία της Σοφίας, πολύ πριν από τα γεγονότα των προηγούμενων παιχνιδιών. Η Asobo αφήνει πίσω της τη γνωστή μεσαιωνική Ευρώπη και μας ταξιδεύει στην Κρήτη, στον Μινωικό πολιτισμό, μπλέκοντας την ιστορία της Σοφίας με τον Θησέα, την Αριάδνη, τον Μίνωα και φυσικά τον Μινώταυρο.
Και σαν ιδέα, από την πρώτη στιγμή, με κέρδισε.
Σαν παιχνίδι όμως;
Οι πρώτες τρεις με τέσσερις ώρες ήταν πραγματικά δύσκολες για μένα.
Το combat είναι βασισμένο σε ένα σύστημα parry και posture που θυμίζει έντονα Sekiro. Η ιδέα είναι καλή, όμως στην αρχή το αποτέλεσμα μου φάνηκε αρκετά clunky. Δεν υπήρχε ακόμα η ποικιλία που χρειαζόταν για να γίνει πραγματικά διασκεδαστικό.

Και εδώ έχω μια ένσταση που αφορά τον ίδιο τον σχεδιασμό του παιχνιδιού.
Γιατί πρέπει να περιμένω τέσσερις ώρες για να ξεκλειδώσω τα skills που θα κάνουν τη μάχη διασκεδαστική;
Υπάρχει ένα σύστημα με Resonance Points, μέσα από το οποίο ξεκλειδώνεις abilities και αναβαθμίσεις. Το καταλαβαίνω σαν progression, αλλά προσωπικά δεν το χρειάζομαι. Δεν θέλω να μαζεύω πόντους για να αποκτήσω μετά από ώρες τα εργαλεία που θα μου επιτρέψουν να απολαύσω ένα σύστημα μάχης.
Βάλ’ τα από την αρχή και άσε με να παίξω.
Ευτυχώς, το παιχνίδι επιμένει αρκετά στο puzzle κομμάτι του και έτσι δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μάχη. Ειδικά στην αρχή, οι γρίφοι έχουν τον πρώτο λόγο, ενώ όσο προχωράς αυξάνεται σταδιακά και η δράση.
Και μετά… κάτι αλλάζει.
Εκεί που άρχισα να περνάω καλά
Μετά το πρώτο τρίωρο-τετράωρο, το Resonance αρχίζει να ανοίγει.
Το setting γίνεται πιο ενδιαφέρον, η ατμόσφαιρα αποκτά μεγαλύτερη ταυτότητα, ο μύθος του Μινώταυρου αρχίζει να δένει καλύτερα με την ιστορία και, κυρίως, αρχίζεις να αποκτάς περισσότερα εργαλεία.
Και τότε το combat αρχίζει να λειτουργεί.
Δεν έγινε ξαφνικά Sekiro. Ούτε είναι κάποιο κορυφαίο σύστημα μάχης. Όταν όμως αποκτήσεις περισσότερες κινήσεις και abilities, η μάχη γίνεται σαφώς πιο διασκεδαστική. Ανοίγουν τα παράθυρα για το parry, μπορείς να εκμεταλλευτείς καλύτερα το posture των αντιπάλων και το παιχνίδι αρχίζει να σου επιτρέπει να παίξεις πιο επιθετικά.
Υπάρχει μάλιστα ένα ενδιαφέρον σύστημα υγείας που μου άρεσε αρκετά.
Η Σοφία έχει τρεις μπάρες ζωής και κάθε χτύπημα που δέχεσαι αφαιρεί μία. Αν χάσεις και τις τρεις, τελείωσε. Το ενδιαφέρον είναι πως όταν νικήσεις έναν εχθρό, ανακτάς μία χαμένη μπάρα.
Έτσι δημιουργείται ένα μικρό risk/reward μέσα στη μάχη. Έφαγες damage; Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρέπει να αρχίσεις να παίζεις φοβισμένα. Αν παίξεις σωστά και καθαρίσεις έναν αντίπαλο, μπορείς να πάρεις πίσω την υγεία σου.
Και αυτό λειτουργεί πολύ καλύτερα όσο αποκτάς τα απαραίτητα skills.

Ο μύθος είναι αυτό που με κέρδισε
Το δυνατότερο κομμάτι του Resonance για μένα, τελικά, ήταν η ιστορία του.
Η Asobo παίρνει έναν από τους πιο γνωστούς μύθους της αρχαιότητας και τον προσεγγίζει διαφορετικά. Ο Θησέας, η Αριάδνη, ο Μίνωας και ο Μινώταυρος υπάρχουν, αλλά η ιστορία δεν είναι απλώς μια αναπαράσταση αυτών που ήδη γνωρίζουμε.
Υπάρχει ένα ερώτημα που βρίσκεται διαρκώς από πίσω:
Ποιος είναι τελικά το πραγματικό τέρας;
Ο Μινώταυρος;
Ή ο ίδιος ο άνθρωπος;
Η σχέση του Μίνωα με την Αριάδνη και όσα έχουν συμβεί στην οικογένειά τους δίνουν μια διαφορετική διάσταση στον μύθο. Και το παιχνίδι χρησιμοποιεί τον Μινωικό πολιτισμό όχι απλώς σαν ένα όμορφο background, αλλά σαν κομμάτι της ίδιας της ταυτότητάς του.
Δεν θέλω να μπω περισσότερο σε λεπτομέρειες, γιατί εδώ υπάρχουν πράγματα που αξίζει να τα ανακαλύψετε μόνοι σας.
Αυτό που μπορώ να πω είναι πως ο τρόπος με τον οποίο η Asobo μπλέκει τον μύθο με τη δική της ιστορία είναι από τα πράγματα που με έκαναν να συνεχίσω.
Δεν μπορώ να πω ότι συγκινήθηκα σε βαθμό που να με διέλυσε. Με άγγιξε όμως. Και κυρίως με έκανε να δεθώ με συγκεκριμένους χαρακτήρες που γνώρισα στην πορεία.
Υπάρχουν και plot twists, υπάρχουν σημεία όπου το παιχνίδι αλλάζει αρκετά, ακόμη και σε επίπεδο χώρων και μηχανισμών, και εκεί ήταν που ένιωσα ότι το ταξίδι πραγματικά απογειώνεται.
Από το «δεν περνάω καλά» πέρασα στο «θέλω να δω πού θα πάει».
Και αυτό για μένα είναι μεγάλη επιτυχία.
Όχι μόνο μάχες
Το Resonance είναι πάνω απ’ όλα ένα παιχνίδι puzzles.
Τα trials που πρέπει να περάσεις για να φτάσεις στον λαβύρινθο του Μινώταυρου αποτελούν σημαντικό κομμάτι της εμπειρίας και, όσο προχωράς, το παιχνίδι αρχίζει να σου δίνει περισσότερη ποικιλία.
Έχει κυνηγητά, νέους μηχανισμούς, διαφορετικές περιοχές του νησιού και αρκετές στιγμές όπου η ατμόσφαιρα αλλάζει εντελώς.
Υπάρχουν μάλιστα σημεία που μου θύμισαν έντονα The Last of Us. Εκείνα τα σημεία όπου πρέπει να κρατήσεις την ανάσα σου, όπου υπάρχουν σωματίδια στην ατμόσφαιρα και νιώθεις ότι κάτι δεν πάει καλά.
Δεν το λέω απαραίτητα ως αρνητικό. Είναι εμφανές ότι η Asobo έχει πάρει ιδέες από παιχνίδια αυτού του τύπου και τις έχει προσαρμόσει στη δική της συνταγή.
Και σε γενικές γραμμές, η συνταγή λειτουργεί.
Ακόμη και τα collectibles είναι αρκετά καλά τοποθετημένα. Δεν ένιωσα ότι το παιχνίδι με ανάγκαζε να κάνω τον χαμένο για να τα βρω. Πολλά βρίσκονται σε εμφανή σημεία.
Μια μικρή λεπτομέρεια που μου άρεσε ιδιαίτερα είναι πως όταν αποφασίσεις να ξεφύγεις από την πορεία της αποστολής και να ψάξεις λίγο παραπάνω, το παιχνίδι μπορεί να σου δώσει έναν μικρό διάλογο που δικαιολογεί αυτό το παραστράτημα.
Μικρό πράγμα.
Αλλά δείχνει ότι κάποιος το σκέφτηκε.

Εκεί που θέλει δουλειά
Δεν είναι όμως όλα τέλεια.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα που είχα στο combat ήταν η κάμερα.
Το παιχνίδι δεν σου δίνει ένα κανονικό lock-on στους εχθρούς και, αντί γι’ αυτό, υπάρχει ένα αυτόματο σύστημα που πολλές φορές αποφασίζει μόνο του προς τα πού θα κοιτάξει η Σοφία.
Και όταν έχεις ένα σύστημα μάχης που θέλει να βασιστεί στο parry και στο σωστό timing, αυτό μπορεί να γίνει εκνευριστικό.
Δεν ζητάω να γίνει Dark Souls.
Αλλά όταν έχεις πολλούς εχθρούς γύρω σου, θέλω να μπορώ να ελέγξω την κάμερά μου και να ξέρω πού κοιτάει ο χαρακτήρας μου.
Τα boss fights επίσης είναι… καλά.
Δεν θα τα θυμάμαι ως κάτι συγκλονιστικό. Υπάρχουν κάποιες πολύ καλές στιγμές, αλλά περίμενα λίγο περισσότερα, ειδικά από την τελική αναμέτρηση.
Και εδώ είναι ένα από τα σημεία που με άφησαν λίγο με την αίσθηση του «θα μπορούσε να είναι κάτι περισσότερο».
Περίμενα μια μεγάλη κορύφωση.
Την πήρα, αλλά όχι ακριβώς με τον τρόπο που φανταζόμουν.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη που με ενόχλησε στη γραφή. Σε ορισμένα σημεία η Asobo κάνει κάποιες επιλογές στην αφήγηση για να δικαιολογήσει το πώς βρίσκονται συγκεκριμένοι χαρακτήρες σε συγκεκριμένα σημεία της ιστορίας, ενώ εσύ προηγουμένως έχεις περάσει όλα αυτά τα trials.
Εκεί ένιωσα λίγο το χέρι του σεναρίου.
Και γενικότερα, έχω αρχίσει να πιστεύω ότι η Asobo πρέπει να κατεβάσει λίγο την ένταση της δραματουργίας της.
Δεν χρειάζεται κάθε στιγμή να σου φωνάζει ότι πρέπει να συγκινηθείς.
Μερικές φορές αρκεί να αφήσεις τη σκηνή να μιλήσει μόνη της.
Η Asobo ξέρει πλέον να φτιάχνει ατμόσφαιρα
Οπτικά, το παιχνίδι είναι πανέμορφο.
Το έπαιξα σε PlayStation 5 Pro και, προσωπικά, δεν αντιμετώπισα σχεδόν κανένα πρόβλημα σε επίπεδο γραφικών ή απόδοσης.
Αυτό που ξεχώρισα όμως περισσότερο ήταν η ατμόσφαιρα.
Το φως παίζει για ακόμη μία φορά τεράστιο ρόλο. Όπως και στα προηγούμενα A Plague Tale, δεν είναι απλώς ένα οπτικό εφέ. Είναι μέρος του gameplay και της αφήγησης.
Και αυτή τη φορά η Asobo έχει έναν διαφορετικό κόσμο για να δουλέψει.
Την Κρήτη.
Τον Μινωικό πολιτισμό.
Τον μύθο.
Και το αποτέλεσμα είναι πραγματικά όμορφο.

Η μουσική ήταν επίσης μια μεγάλη έκπληξη.
Ακούς ελληνικές μελωδίες, πιο συγκεκριμένα στοιχεία της κυπριακής μουσικής παράδοσης και της κυπριακής διαλέκτου, και σε αρκετές στιγμές δένουν εξαιρετικά με αυτό που βλέπεις στην οθόνη.
Το μόνο που πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω είναι:
Πώς γίνεται ένα παιχνίδι που πατάει τόσο πολύ πάνω στον ελληνικό μύθο και στον Μινωικό πολιτισμό να μην έχει ελληνικούς υπότιτλους;
Ειδικά όταν έχεις μια παραγωγή που έχει επενδύσει τόσο πολύ στη μουσική και στην πολιτιστική της ταυτότητα.
Είναι μια παράλειψη που, για μένα, δεν δικαιολογείται.
Και το DualSense…
Θέλω να σταθώ και λίγο στο DualSense γιατί εδώ η Asobo έκανε πολύ καλή δουλειά.
Το έπαιξα με home cinema και η αίσθηση που έδινε το χειριστήριο ήταν εξαιρετική.
Το ηχείο του DualSense χρησιμοποιείται με τρόπο που πραγματικά με έκανε να το προσέξω. Όταν κάποιος σου μιλάει, η φωνή μπορεί να έρχεται από το χειριστήριο και να δημιουργεί την αίσθηση ότι ο χαρακτήρας βρίσκεται πιο κοντά σου.
Τα adaptive triggers επίσης χρησιμοποιούνται σωστά, με το χειριστήριο να αντιδρά στις κινήσεις και σε πράγματα που ακουμπάς.
Δεν είναι κάτι που θα σε κάνει από μόνο του να αγοράσεις το παιχνίδι.
Αλλά είναι ακριβώς η περίπτωση που λες:
«Ναι, έτσι πρέπει να χρησιμοποιείται το DualSense.»
Τελικά, αξίζει;
Το περίεργο με το Resonance: A Plague Tale Legacy είναι ότι ξεκίνησα το παιχνίδι αρκετά επιφυλακτικά.
Για τις πρώτες ώρες βαρέθηκα.
Το combat δεν μου άρεσε ιδιαίτερα, το progression μου φαινόταν αργό και έβλεπα τον εαυτό μου να σκέφτεται «όχι πάλι τα ίδια».
Και κάπου εκεί το παιχνίδι άρχισε να μου αλλάζει γνώμη.
Άρχισε να ανοίγει.
Άρχισα να αποκτώ περισσότερες δυνατότητες.
Οι μάχες έγιναν πιο διασκεδαστικές.
Οι γρίφοι απέκτησαν μεγαλύτερη ποικιλία.
Η ιστορία με κέρδισε.
Οι χαρακτήρες άρχισαν να με ενδιαφέρουν.
Και ο μύθος του Θησέα, της Αριάδνης, του Μίνωα και του Μινώταυρου άρχισε να παίρνει τη δική του μορφή.
Δεν είναι τέλειο παιχνίδι.
Δεν έχει το καλύτερο combat του κόσμου. Η κάμερα θέλει δουλειά, τα boss fights θα μπορούσαν να είναι πολύ καλύτερα, η δραματουργία κάποιες φορές το παρακάνει και το παιχνίδι χρειάζεται αρκετές ώρες μέχρι να σου δείξει τις πραγματικές του δυνατότητες.
Αλλά στο τέλος της ημέρας, πέρασα καλά.
Και αυτό είναι το σημαντικότερο.
Δώδεκα ώρες μετά, έκλεισα το παιχνίδι έχοντας κρατήσει πράγματα από το ταξίδι μου. Εικόνες, χαρακτήρες, μουσικές και έναν μύθο που η Asobo κατάφερε να κάνει δικό της.
Στα 50€ της retail έκδοσης, θεωρώ ότι αξίζει.
Στα 60€ ψηφιακά, θα περίμενα ένα λίγο πιο ολοκληρωμένο combat και λιγότερες από τις αδυναμίες που ανέφερα.
Αλλά αν με ρωτήσεις τελικά:
Άξιζε;
Ναι.
Και ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μπορώ να του κάνω, δεδομένου του πώς ξεκίνησα.
Ευχαριστούμε την Focus Entertainment για την παραχωρηση του κωδικου για τις αναγκες του Review.


