Η πορεία της Respawn Entertainment, είναι λίγο-πολύ γνωστή: Πρόκειται για το studio που απομακρύνθηκε από την ActiVision λόγω διαφορών όσον αφορά στις αμοιβές των μελών του, προκειμένου να ανασυγκροτηθεί και να καταλήξει σε μια εξαιρετικά προσοδοφόρα συνεργασία με την Electronic Arts. Η νέα “μητέρα” προσέφερε budget και υποδομές με σκοπό τη δημιουργία μιας IP που θα μπορούσε να ανταγωνιστεί τα CoD. Η Respawn Entertainment απάντησε σε αυτό το αίτημα με το αρχικό Titanfall, πόνημα που γρήγορα βρήκε το κοινό του – κοινό που διατηρείται μέχρι και σήμερα.
Με τη δημιουργία του Titanfall 2 κατάφερε να προσφέρει ένα εξαιρετικό Campaign και μοναδικό Μultiplayer, επιτεύγματα που την έβαλαν στον χάρη ως μια πλέον καταξιωμένη νεοσύστατη ομάδα. Τη σειρά των επιτυχιών ακολούθησε το Apex Legends, το οποίο κατέληξε εν τέλει να γίνει η “κότα με τα χρυσά αυγά” που έψαχνε η παραγωγός πολυεθνική από την αρχή. Λίγη εντύπωση έκανε λοιπόν το γεγονός πως το αρχικό Star Wars: Fallen Order κυκλοφόρησε με πολύ υψηλές βαθμολογίες, παρά τα προβλήματα του. Η ομάδα σταθεροποίησε τη θέση της στις συνειδήσεις των παικτών ως μία από αυτές τις ομάδες που μετατρέπουν σε χρυσό ό,τι πιάνουν. Πώς τα πήγε ωστόσο με την πιο πρόσφατη προσφορά της, το Star Wars Jedi: Survivor;

Η αρχή του δεύτερου ταξιδιού του Cal Kestis τον βρίσκει μερικά χρόνια μετά από τα γεγονότα του πρώτου. Με τις ικανότητες του να έχουν αναπτυχθεί και τον αγώνα του κατά της Αυτοκρατορίας να τον έχει σκληραγωγήσει, πολεμά μια άνιση μάχη για να διαταράξει την πυγμή της Σκοτεινής Πλευράς στον Γαλαξία. Οι περισσότεροι σύμμαχοι του τον έχουν αφήσει για να ακολουθήσουν δικούς τους στόχους, κάτι που ανάγκασε τον πρωταγωνιστή να αναζητήσει ενισχύσεις σε νέα πρόσωπα. Ο τίτλος ξεκινά ομολογουμένως πολύ δυνατά, με τον Cal να βρίσκεται στα χέρια του εχθρού, στο κέντρο μια εντυπωσιακής πόλης.
Το πρώτο λοιπόν που καθίσταται αντιληπτό, είναι η εξαιρετική δουλειά που έχει γίνει στο επίπεδο των περιβαλλόντων. Οι φωτισμοί, οι σκιές και η κλίμακα του χώρου αιχμαλωτίζει αμέσως τη ματιά, συνοδευόμενα από εξαιρετική ακουστική επένδυση και αψεγάδιαστο voice-over. Οι πρώτες εντυπώσεις, σε αυτή την πολύ εστιασμένη και προδιαγεγραμμένη παρουσίαση, είναι εξαιρετικές. Για την ακρίβεια, η προσοχή με την οποία έχει αποδοθεί το άνοιγμα των συμβάντων είναι τέτοια ώστε καταφέρνει να κρύψει (ή μάλλον κατάφερνε, κατά τις αρχικές εκδόσεις) τα πολλαπλά προβλήματα σε επίπεδο optimization που μάστιζαν τον τίτλο.
Το Jedi Survivor είναι ένας τίτλος πιστός στην έννοια “sequel”, ακόμα και σε επίπεδο κακοτεχνιών. Κατά την κυκλοφορία του, η έκδοση για PC ήταν απλά απαράδεκτη, με αυτές των κονσολών νέας γενιάς να λειτουργούν μεν καλύτερα, παρουσιάζοντας δε κάκιστες επιδόσεις σε επίπεδο δυναμικών αναλύσεων. Το Digital Foundry απέδειξε μέσα από τα tests του πως αυτές μπορούσαν να φτάσουν σε επίπεδα 7ης γενιάς (XBOX360, PS3), κάτι που σαφώς απέχει πολύ από το ζητούμενο ενός καταναλωτή που αγόρασε hardware το 2020.

Ξεκινώντας από την απεικόνιση, ο τίτλος παρουσιάζεται μέσα από δυο διαφορετικά επίπεδα ποιότητας: Τα περιβάλλοντα είναι καταπληκτικά, γεμάτα λεπτομέρεια κι αισθητά μεγαλύτερα από αυτά του προκατόχου του (το αν αυτό είναι καλό ή κακό, θα αναλυθεί αργότερα). Στην αντίθετη πλευρά της ζυγαριάς τοποθετούνται τα σωματικά animations, τόσο του πρωταγωνιστή όσο και των εχθρών. Δίνεται η αίσθηση πως ορισμένα εξ αυτών απλά φτιάχτηκαν “στο πόδι”, ενώ άλλα – κυρίως όσον αφορά σε αυτά των μαχών – εμπεριέχουν κινήσεις που φαίνονται αφύσικες. Το lip-sync ευτυχώς βρίσκεται σε πολύ καλό επίπεδο, μιας και η αποτυχία στην εύστοχη έκφραση, σε έναν τίτλο με τόση εστίαση στην αφήγηση, θα ήταν καταστροφική.
Στο επίπεδο των textures, παρατηρείται έλλειψη συνοχής: Σε αναλύσεις μέχρι 1440p και οθόνες μετρίου μεγέθους, όλα φαίνεται να βαίνουν καλώς. Τα προβλήματα ξεκινάνε όταν πηγαίνουμε προς native 4K και πάνω από 50″ – όλη η απεικόνιση φαίνεται θολή, με κακό anti-alising και ορατά artifacts να εντοπίζονται στις πιο απαλές υφές, όπως μαλλιά και υφάσματα. Φαντάζει μάλλον απίθανο η Respawn να “αμέλησε” να συμπεριλάβει τα απαραίτητα assets στο πακέτο εγκατάστασης, ειδικά αν λάβουμε υπόψιν μας πως η συμπίεση του είναι κάκιστη και το συνολικό download size ανέρχεται στα 135 GB. Ευτυχώς, παρά την άθλια κατάσταση της αρχικής κυκλοφορίας, η δημιουργός εταιρεία φαίνεται να έχει δουλέψει αρκετά στον τομέα του frame-rate, βελτιστοποιώντας τον τίτλο ώστε να μπορεί να τρέχει σταθερά στα 60 frames, χωρίς να έχει εξωπραγματικές απαιτήσεις. Σίγουρα τα αποτελέσματα δεν είναι άψογα, όμως βρίσκονται σε πολύ καλύτερο σημείο απ’ότι αρχικά.

Ευτυχώς, κανένα παράπονο δεν μπορεί να σημειωθεί στο επίπεδο του ήχου. Κάθε ακουστικό ερέθισμα από το περιβάλλον, κάθε ερμηνεία ή χαρακτηριστικό δείγμα – όπως η ενεργοποίηση του lightsaber ή ο πυροβολισμός από ένα blaster – έχουν αποδοθεί 100% επιτυχημένα. Δεδομένης της έκτασης του sequel, ο αριθμός των NPCs που το απαρτίζουν είναι σαφώς μεγαλύτερος, κάτι που κάλλιστα θα μπορούσε να οδηγήσει σε αστοχίες με το casting. Ευτυχώς, όλοι οι ηθοποιοί έκαναν εξαιρετική δουλειά, με ορισμένους εκ των λιγότερο επιφανών να γοητεύουν με το πόσο χαριτωμένοι κι εκκεντρικοί είναι. Κατά τη διάρκεια των μαχών, τόσο οι ιαχές όσο και τα εφέ των διαφόρων όπλων διανθίζουν περαιτέρω το ακουστικό τοπίο, με τη μουσική να συμπληρώνει το σύνολο, ανάλογα με το τι διαγράφεται επί της οθόνης.
Το μεγάλο στοίχημα του Jedi Survivor ωστόσο, έχει να κάνει με το πώς είναι δομημένο το gameplay. Ο αρχικός τίτλος προσέφερε έναν κόσμο διαθέσιμο προς εξερεύνηση, ο οποίος ωστόσο δεν αποσπούσε από τη ροή της αφήγησης. Τι ισορροπία επιτυγχάνεται, τώρα που ο κόσμος είναι τόσο ανοιχτός και οι περισπασμοί διάχυτοι από την αρχή του ταξιδιού;

Ο νέος τίτλος βρίσκεται πολύ κοντά σε αυτό που θα αποκαλούσαμε “open world”. Δύο εκ των βασικών περιοχών του είναι όντως αρκετά εκτενείς, με τις υπόλοιπες να παρουσιάζουν αύξηση στον συνολικό τους χώρο, χωρίς ωστόσο να απλώνονται υπερβολικά. Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη αδυναμία του Jedi Survivor. Όταν ένα παιχνίδι βασισμένο στον κόσμο και την πλοκή του δυσκολεύει την επίτευξη της αποστολής του επειδή ο παίκτης βάλλεται συνεχώς από τα άπειρα ερεθίσματα, κάτι έχει γίνει λάθος. Σε κάθε στροφή και με την απόκτηση κάθε νέας ικανότητας, το περιβάλλον ανοίγει ακόμα περισσότερο σε δευτερεύουσες δραστηριότητες, με το ημερολόγιο του Cal να γεμίζει συστηματικά από αποστολές που του δίνουν διάφοροι χαρακτήρες. Μοιάζει αστείο κι άτοπο για έναν εκ των τελευταίων επιζώντων του δόγματος των Jedi να τρέχει από εδώ κι από εκεί συλλέγοντας διαφόρων ειδών συναλλάγματα και αντικείμενα, προκειμένου να ξεκλειδώσει χτενίσματα και στολές. Ο εντοπισμός των αναξιοπαθούντων κατοίκων είναι άλλο ένα κεφάλαιο, μιας κι ο πρώτος (ουσιαστικά) πλανήτης που ανοίγεται εξυπηρετεί σαν βάση. Εκεί μπορεί ο παίκτης να παίξει διάφορα mini games, να… φυτέψει λουλούδια και να διαλεχτεί με τους θαμώνες. Φαντάζει πολύ αναχρονιστικό στο έτος 2023, σε έναν τίτλο με την καταστροφή της Διαγαλαξιακής Δημοκρατίας ως επίκεντρο του, το περιεχόμενο να βασίζεται τόσο πολύ στις νόρμες του Ocarina of Time.

Το gameplay κυλά ευχάριστα, αν κι αρκετά άνεστίαστα. Οι αντιπαραθέσεις είναι λειτουργικές, χωρίς να δίνουν την αίσθηση της ακρίβειας που θα εντοπίσει κανείς σε τίτλους όπως το Elden Ring – πιο πρόσφατο μέρος της σειράς από την οποία το Jedi Survivor αντλεί την έμπνευση των μηχανισμών μάχης του. Ευχάριστη προσθήκη αποτελούν οι διαφορετικές “στάσεις μάχης”, με κάθε μία να προσφέρει εναλλακτικούς τρόπους προσέγγισης της κάθε πρόκλησης. Είναι απορίας άξιο γιατί οι δημιουργοί δεν επέλεξαν τις ορθόδοξες, βασισμένες στη μυθολογία πρακτικές, όμως μετά τις παρεμβάσεις της Disney στο πολυαγαπημένο σύμπαν, δεν πρέπει να θεωρούμε τίποτα δεδομένο.
Το platforming βρίσκεται επίσης σε καλό σημείο, δεν παύει ωστόσο να θυμίζει παλαιότερους τίτλους της σειράς Uncharted, με προδιαγεγραμμένες διαδρομές πάνω σε συγκεκριμένους τοίχους ενώ άλλοι καθίστανται μη χρηστικοί ή περιορίζονται από αόρατα όρια. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στο αρχικό meme όπου ο Cal συγκέντρωνε γκαρνταρόμπα από ponchos, με τη μανία του αυτή τη φορά να μεταφέρεται σε μεγαλύτερη κλίμακα.



Ευχαριστούμε την εκδότρια εταιρεία για την παραχώρηση του παιχνιδιού.