Τα roguelikes, ως είδος, έχουν εξελιχθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια. Έχουμε ξεφύγει από την εποχή που ένα συγκεκριμένο dungeon crawler μας προσέφερε εκατοντάδες διαφορετικές προσπάθειες και αποτελέσματα. Σήμερα, το είδος έχει επεκταθεί και σε άλλες κατηγορίες ξεφεύγοντας από το απλό dungeon crawling σε τίτλους όπως το Balatro (Card Game) και το Dead Cells. Έτσι, έχουμε και την παρουσία των isometric action RPG roguelikes που αποτελούν ένα ιδιαίτερα δημοφιλές υποείδος βιντεοπαιχνιδιών συνδυάζοντας τη δυναμική δράση των action RPGs με τη σκληρή πρόκληση και την απρόβλεπτη φύση των roguelikes.
Το Hell Clock είναι η πιο πρόσφατη προσπάθεια σε αυτό το είδος και αποτελεί ένα εξαιρετικά ευχάριστο, εκπληκτικό και ταυτόχρονα προκλητικό roguelike που παντρεύει τη φιλοσοφία των action RPGs με τις επιταγές των σύγχρονων rogue mechanics. Το αποτέλεσμα είναι ένα παιχνίδι που συνδυάζει τη διαρκή πρόοδο, την ποικιλομορφία στη δημιουργία και “οικοδόμηση” χαρακτήρων και την ακαταμάχητη αίσθηση του “ένα ακόμα run,” χωρίς να κουράζει ή να μας φθείρει.

Η βασική δομή του παιχνιδιού είναι απλή, αλλά λειτουργεί εξαιρετικά. Ξεκινάς αδύναμος, σχεδόν αβοήθητος. Όμως, όσο σκοτώνεις εχθρούς, αποκτάς levels, αναβαθμίζεις δεξιότητες, συλλέγεις αντικείμενα (trinkets) και relics, τα οποία προσδίδουν σημαντικές τροποποιήσεις στις ικανότητές σου. Η πρόοδος είναι συνεχής και πάντα αισθητή, είτε μέσα στο ίδιο run είτε μέσω των πολυάριθμων meta progression συστημάτων που ξεδιπλώνονται όσο προχωράς.
Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του Hell Clock είναι το buildcrafting. Το παιχνίδι σού δίνει τόσες πολλές επιλογές —blessings, relics, gear, constellations, upgrades μέσω του Great Bell— που δύσκολα θα οδηγήσουν σε δύο πανομοιότυπα builds, ακόμα κι αν προσπαθήσεις να τα βρεις ή δημιουργήσεις. Πολλές φορές, η αφορμή για ένα καινούργιο run είναι απλώς η περιέργεια να δεις τι μπορείς να κάνεις με ένα νέο relic ή να ξεκλειδώσεις όλα όσα έχει να σου προσφέρει. Η αίσθηση ότι «έσπασες» το παιχνίδι, δηλαδή έφτιαξες έναν συνδυασμό τόσο ισχυρό που γελοιοποιεί το σύστημα, είναι από τις πιο ικανοποιητικές προοπτικές του gameplay και εδώ προσφέρεται απλόχερα.

Το στοιχείο του χρόνου είναι επίσης κρίσιμο. Αν και στην αρχή φαίνεται αποθαρρυντικό, λειτουργεί περισσότερο ως καλοπροαίρετη υπενθύμιση να μην χάνεις χρόνο με άσκοπο backtracking, παρά ως πηγή στρες. Αν δεν αρέσει η πίεση χρόνου, υπάρχει το relaxed mode. Επιπλέον, έχουμε και την ύπαρξη κόκκινων portals, δηλαδή πυλών που μας επιστρέφουν στο σημείο που πεθάναμε αλλά ως στοιχείο προσθέτουν μια διάσταση ρίσκου/ανταμοιβής — μπορούμε να προσπεράσουμε τα πρώτα επίπεδα για να φτάσουμε πιο γρήγορα εκεί που σταματήσαμε, με την προϋπόθεση ότι θα αντέξουμε και θα δεχθούμε τις συνέπειες του underleveled gameplay.
Η μάχη είναι γρήγορη, δυναμική και με καλό feedback. Οι εχθροί εκρήγνυνται όταν πεθάνουν σε βουνά από loot με τα skills να συνδράμουν στην θεαματική εξόντωσή τους. Οι ήχοι από μεριά τους επιβραβεύουν κάθε μας επίθεση και δημιουργούν μια επανάληψη που παραμένει ικανοποιητική καθόλη την διάρκεια. Επιπλέον, κάθε αφεντικό ανταμείβει με legacy blessings και relics, επιτρέποντας σου να εξελίξεις το build σου ακόμα περισσότερο και να σου δώσει την ευκαιρία να ανταπεξέλθεις στις επικείμενες προκλήσεις. Αν έπρεπε να παρομοιάσω τον τίτλο, θα έλεγα πως μοιάζει με μια roguelike μίξη των Diablo 3 και Torchlight μαζί με μια δόση από Curse of the Dead Gods.

Το Hell Clock ενσωματώνει κι ένα σύστημα επιλογής ευλογιών (blessings) ανά level-up, όπου εκεί η ποικιλία είναι εντυπωσιακή. Μπορείς να προσαρμόσεις τις δεξιότητές σου σε damage, utility ή mobility, ανάλογα με το τι χρειάζεσαι εκείνη τη στιγμή. Επιπλέον, τα trinkets αναβαθμίζονται αυτόματα με βάση τη σπανιότητα και το επίπεδο, κάτι που κάνει τη συλλογή loot άμεση και απολαυστική χωρίς να απαιτεί συνεχή διαχείριση του inventory – σημαντικού παράγοντα σε τέτοιου είδους παιχνίδια.
Στο endgame έχουμε το Ascension, ένα πιο «σκληροπυρηνικό» mode όπου όλα τα relics και οι αναβαθμίσεις μηδενίζονται στην αρχή κάθε ascension cycle. Αυτό το κάνει πιο roguelike και λιγότερο roguelite, γεγονός που ενώ αρχικά φαίνεται περιοριστικό, στην πράξη λειτουργεί ως κίνητρο για πειραματισμό. Κάθε run είναι μια ευκαιρία για κάτι νέο. Εδώ, η έλλειψη χρονομέτρου κατά τις μάχες με τα αφεντικά δεν ισχύει, καθιστώντας το time management έναν ακόμα κρίσιμο παράγοντα επιβίωσης.

Τελειώνοντας, το meta progression του παιχνιδιού είναι από τα πιο ολοκληρωμένα στο είδος του. Στο επίκεντρό του έχουμε το Great Bell, δηλαδή το βασικό skill tree, ενώ το Relicquary μας επιτρέπει την αποθήκευση και αναβάθμιση των relics που θα βρούμε. Το Constellation Map από την άλλη, το οποίο φέρνει μια πινελιά από Grim Dawn, προσφέρει devotion points και σταδιακό ξεκλείδωμα constellations, ανοίγοντας νέες στρατηγικές και συνδυασμούς. Κάθε meta σύστημα είναι καλοσχεδιασμένο και προσφέρει ουσιαστική πρόοδο ακόμα και αν δίνουν την εντύπωση μιας ακόμα αντιγραφής από τους “μεγάλους” του είδους.
Φυσικά, υπάρχουν και μικρές αστοχίες. Για παράδειγμα, στο Ascension, η ανάγκη για επανατοποθέτηση όλων των skill points είναι κουραστική ή υπάρχουν συνδυασμοί ή συστήματα που μπορούν κάλλιστα να καταστρέψουν ένα run πριν καν ξεκινήσει. Εδώ παίζει έναν ρόλο και η τύχη αφού όσο και να προσπαθήσουμε να “σώσουμε” μια προσπάθεια, δεν είναι πάντα δυνατό. Ωστόσο, αυτά αποτελούν μικρολεπτομέρειες σε ένα, κατά τα άλλα, εξαιρετικά δουλεμένο σύστημα.

Οπτικά, το παιχνίδι ισορροπεί μεταξύ πρακτικότητας και στυλ. Το UI είναι καθαρό, το feedback των χτυπημάτων ικανοποιητικό και το loot διατηρεί τη λάμψη του χωρίς να κουράζει. Ίσως το μόνο πρόβλημα είναι ότι ορισμένα builds με πολλά minions ή επιθέσεις (όπως το bell summoner) μπορούν να προκαλέσουν visual clutter ή ακόμα και frame drops. Στο σύνολό της όμως, η παρουσίαση παραπέμπει αρκετά σε Curse of the Dead Gods και Darkest Dungeon με έντονα σκούρα χρώματα, σκοτεινή ατμόσφαιρα αλλά και εκείνη την αισθητική που πλησιάζει την σειρά Diablo.
Σε γενικές γραμμές, το Hell Clock είναι ένα εντυπωσιακό υβρίδιο μεταξύ ARPG και roguelike. Έχει την αίσθηση του roguelike, αλλά τον πυρήνα, το gameplay και την παρουσίαση ενός ARPG. Η ποικιλία στα builds, η ικανοποίηση από τη συνεχή πρόοδο και η εξαιρετική ισορροπία μεταξύ πρόκλησης και ανταμοιβής το καθιστούν ιδανική επιλογή τόσο για τους φανατικούς των ARPGs όσο και για όσους ψάχνουν ένα δυνατό roguelike με βάθος και χαρακτήρα. Παρά τις όποιες ατέλειες, το Hell Clock καταφέρνει να σταθεί με αξιώσεις δίπλα σε τίτλους όπως το Hades ή το Path of Exile, προσφέροντας μία μοναδική εμπειρία που δύσκολα ξεχνιέται.


