Αρκετά ήταν τα χρόνια που πέρασαν από το Shadow Warrior 2. Η Flying Hog Studios έδειξε αρκετές φορές το ταλέντο της επαναφέροντας τον Wang στις οθόνες των υπολογιστών μας σε remakes που είχαν να μας προσφέρουν αρκετή δράση και διασκέδαση. Εξάλλου, το Shadow Warrior ήταν ένας τίτλος αρκετά εντυπωσιακός ειδικά αν ψάχναμε κάτι έντονο για να μας κρατήσει αμείωτο τον οποιοδήποτε ενθουσιασμό.
Τα χρόνια ανάμεσα στον δεύτερο και τον νέο τρίτο τίτλο της σειράς Shadow Warrior ήταν ομολογουμένως αρκετά με αποτέλεσμα οι αναμνήσεις από το gameplay του δεύτερου παιχνιδιού να είναι μακρινές και συνεπώς θολές. Σίγουρα αυτό που μπορώ να θυμηθώ με άνεση είναι πως το δεύτερο παιχνίδι ήταν μια προσπάθεια να αναμειχθεί το δραστήριο gameplay του Doom με την εθιστική τυχαία παραγωγή όπλων – κάτι για το οποίο ευθύνεται το Borderlands.
Το Shadow Warrior 3 παθαίνει για άλλη μια φορά μια κρίση ταυτότητας καθώς μιλάμε για ένα παιχνίδι που πάλι αλλάζει το βασικό του gameplay φαινομενικά βασισμένο σε προκατόχους και άλλα αντίστοιχα first-person shooters. Η ιστορία διατηρεί το υπερφυσικό χάος που γνωρίσαμε στα προηγούμενα με ένα νέο κεφάλαιο να ανοίγεται και τον Wang να βρίσκεται στο επίκεντρο των γεγονότων ως ένας από τους ελάχιστους επιζήσαντες.

Βλέπετε, τα πράγματα δεν πήγαν και τόσο καλά στο τέλος του Shadow Warrior 2. Με την Yakuza, τους δαίμονες και τον Orochi Zilla να αναζητούν την απόλυτη κυριαρχία πάνω στην επιφάνεια της Γης, η Kamiko, η κόρη του Mezu, ενός Αρχαίου Αθάνατου δαίμονα και φύλακα των πυλών μεταξύ κόλασης και Γης, αναλαμβάνει τα χρέη του πατέρα της και μεταμορφώνεται σε έναν γιγάντιο δράκο για να κλείσει μια και καλή την πύλη και να κρατήσει την ειρήνη. Ωστόσο, ο έλεγχος ξεφεύγει και η Καμίκο αρχίζει να προκαλεί χάος και καταστροφή πάνω στην Γη, με τον Lo Wang να έχει γλυτώσει τόσο τον θάνατο όσο και χειρότερες συνέπειες από τον δράκο.
Έτσι, με τον δράκο να μην έχει αφήσει σε ησυχία τον Lo Wang, και τον κόσμο να είναι στο χείλος της καταστροφής, ο Zilla θα επισκεφθεί τον πρωταγωνιστή ώστε να τον πείσει να συνεργαστούν και να βάλουν ένα τέλος σε όλο αυτό τον χαμό. Μαζί με την μάγισσα Motoko και την μάσκα του Hoji θα ξεκινήσουν μια νέα περιπέτεια γεμάτη δαίμονες, σφαίρες και εκρήξεις για να επαναφέρουν την ηρεμία και την γαλήνη στην ζωή όλων.

Η ιστορία είναι όσο γλυκανάλατη όσο και το motto που συνοδεύει την σειρά – “Boomer Shooter”. Η υπόθεση είναι απλά το κίνητρο που μας δίνεται για να πυροβολούμε ότι κινείται αλλά δεν είναι απαραίτητη για να ευχαριστηθούμε την δράση. Πραγματοποιώντας ένα ιδιαίτερα δυνατό ξεκίνημα, ξαναζούμε την αποτυχία του Wang να σκοτώσει τον δράκο μαθαίνοντας παράλληλα τις κινήσεις, τα όπλα και τις ικανότητες τις οποίες θα χρησιμοποιήσουμε καθόλη την διάρκεια. Η δράση ξεκινάει πολύ δυνατά και δεν σταματά ποτέ, χωρίς αυτό να σημαίνει θα μας κουράσει όπως λογικά θα περιμέναμε.
Το τρίτο κεφάλαιο της σειράς κρατάει το μοτίβο που μάθαμε από την Flying Wild Hog καθώς το gameplay έχει υποστεί ριζικές αλλαγές με αποτέλεσμα να έχουμε νέους μηχανισμούς τόσο στην μετακίνησή μας μέσα στο πεδίο όσο και στον τρόπο που εκτυλίσσονται οι μάχες. Αυτή την φορά μπορούμε να τρέξουμε παράλληλα στον τοίχο, να συρθούμε στο έδαφος καθώς τρέχουμε, να πηδήξουμε δύο φορές στον αέρα, να προωθηθούμε και φυσικά να χρησιμοποιήσουμε το νέο grappling hook μας για να φτάσουμε νέα, υψηλότερα επίπεδα ή πάνω στους διάφορους εχθρούς μας.
Οι δαίμονες αποτελούν ξανά τους βασικούς εχθρούς μας με μια νέα ποικιλία από αυτούς να μας θυμίζει αντίστοιχα ranks δαιμόνων από το DOOM. Έχουμε για παράδειγμα τους απλούς δαίμονες που σκοτώνουμε με ελάχιστες σφαίρες ή χαρακιές, μεγαλύτερους δαίμονες που θέλουν λίγο παραπάνω ξύλο αλλά και ξεχωριστούς που χρειάζονται αρκετή ευελιξία και επιμονή για να τεμαχίσουμε.

Μιλώντας για τεμαχισμό ένας ακόμα μηχανισμός που φαίνεται ιδιαίτερα επηρεασμένος από το DOOM είναι και ο τρόπος που γεμίζουμε την ζωή μας ή λαμβάνουμε πυρομαχικά – και σε αυτόν συνδέεται και ο τρόπος χειρισμού μας. Έχουμε διαρκώς στην διάθεσή μας ένα όπλο και το πιστό μας katana και μπορούμε να αλλάξουμε ανάμεσα στα δύο σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή το επιθυμούμε. Με τον αριθμό των όπλων να κατεβαίνει στα έξι, οι ιδιότητές τους και η αποτελεσματικότητά τους έχουν επεξεργαστεί σε τέτοιο βαθμό που ξεχωρίζονται εύκολα τόσο για την εμφάνισή τους όσο και για την δύναμή τους. Από την μεριά του, ο Lo Wang έχει ένα δέντρο ικανοτήτων με το οποίο θα “παίξουμε” για να βελτιώσουμε την δύναμή του ενώ παράλληλα κάθε όπλο έχει το δικό του μικρότερο skill tree.
Επιστρέφοντας, μετά την μικρή παράκαμψη, στην ανατροφοδότηση, κάθε φορά που ρίχνουμε μια σφαίρα και σκοτώνουμε κάποιον εχθρό παίρνουμε πίσω λίγους πόντους υγείας για να αναπληρώσουμε. Από την άλλη, με το δεξί κλικ χρησιμοποιούμε το katana μας και κάθε θάνατος με αυτό μας τροφοδοτεί με περισσότερα πυρομαχικά για να αναπληρώσουμε. Ευτυχώς εδώ δεν χρειαζόμαστε καύσιμο για κάποιο πριόνι αλλά σίγουρα δεν θα είναι και το ευκολότερο να σκοτώσουμε μεγαλύτερους δαίμονες με ένα απλό katana.
Η εναλλαγή ανάμεσα στο katana και το όπλο, αλλά και ανάμεσα σε όλα τα διαθέσιμα όπλα, είναι ένα στοιχείο που θα καθορίσει την επιβίωσή μας. Κάθε δαίμονας διακρίνεται από ειδικές ικανότητες ή ιδιαιτερότητες που θα πρέπει να προσέξουμε για να μην δούμε “τα noodles ανάποδα” και να βασιστούμε τόσο στην ταχύτητα των κινήσεών μας όσο και στις άμεσες αντιδράσεις μας και τα διάφορα όπλα μας.
Πυρομαχικά και υγεία δεν είναι τα μόνο πράγματα που θα μαζεύουμε όμως. Τα finisher orbs, σφαίρες που γεμίζουν το Finisher bar μας, μας επιτρέπουν να εξαπολύουμε σύντομες, εκρηκτικές και βάναυσες insta-kill επιθέσεις σε κάθε είδους εχθρό μας. Έτσι, ένας δαίμονας-κτίριο μετατρέπεται με απαράμιλλη ευκολία σε ένα συνονθύλευμα από αίμα, εντόσθια και κόκκαλα.

Εδώ θα ήθελα να εξηγήσω λίγο τον όρο “Boomer Shooter” που ανέφερα παραπάνω. Ο Lo Wang, όπως ο Doom Slayer/Doomguy και ο Duke Nukem, είναι ένας αγαπητός πρωταγωνιστής από πολλούς και πόσο μάλλον από μεγαλύτερους παίκτες. Στο παρελθόν, τα one-liners και τα αστεία του έβρισκαν φλέβα και ήταν ευχάριστα κατά την διάρκεια του εκάστοτε παιχνιδιού. Ωστόσο, εν έτει 2022, και με νέους ηθοποιούς πίσω από τα μικρόφωνα, πολλές από τις ατάκες γίνονται προβλέψιμες, μονότονες και ενίοτε σαχλές χωρίς λόγω ή ουσία πίσω από τις λέξεις. Στην αρχή ήταν ενδιαφέρον, μετά αδιάφορο αλλά στο τέλος ενοχλητικό. Σίγουρα, το Shadow Warrior βασίζεται κυρίως στο ασταμάτητο, έντονο και ταχύτατο gameplay του αλλά δεν είναι λίγες οι φορές που κατά την διάρκεια της μάχης ή κάποιου cutscene ο Wang θα πετάει και από μια άστοχη ατάκα με αποτέλεσμα να καταντάει κάπως…γραφικός.
Παρόλα αυτά, αυτό που σίγουρα θα μας τραβήξει το ενδιαφέρον είναι το σύστημα μάχης και ο σχεδιασμός των επιπέδων. Αφήνοντας πίσω του τα looter shooter στοιχεία του δεύτερου παιχνιδιού, τα διάφορα περιβάλλοντα που θα επισκεφθούμε είναι γεμάτα παγίδες και εργαλεία που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να σκοτώσουμε τους εχθρούς μας. Κάθε χάρτης έχει την δική του παγίδα-”αστέρι” οι οποίες προκαλούν εξαιρετικά μεγάλη ζημιά και πολύ συχνά συνθέτουν ένα σκηνικό αιματηρής πανδαισίας. Ωστόσο, τα επίπεδα στο σύνολό τους είναι αρκετά γραμμικά με λίγα έως καθόλου μυστικά ή πρόσθετα.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως γίνεται αντιληπτό όσο παίζουμε το παιχνίδι. Η γραμμικότητα των επιπέδων δεν αφήνει πολλά περιθώρια στρατηγικής αλλά η γενικότερη ευκολία του Shadow Warriors 3 δεν την απαιτεί κιόλας. Ο Lo Wang είναι πλέον υπεράνθρωπος από εκεί που ξεκίνησε ως ένας απλός δολοφόνος και με σωστή χρήση των όπλων μας δεν θα νιώσουμε πως δυσκολευόμαστε ιδιαίτερα. Από την άλλη, η απουσία επιλογών μετακίνησης είναι εξίσου αισθητή μιας και το grappling hook ή το wall run χρησιμοποιούνται ελάχιστα, περιορίζοντάς μας έτσι σε ένα συγκεκριμένο χώρο μάχης. Άλλοι παρόμοιοι τίτλοι όπως το Doom δίνουν την εντύπωση ενός μεγαλύτερο battlefield όπου αξιοποιείται η μεγαλύτερη ποικιλία των ικανοτήτων του χαρακτήρα, κάτι που εδώ δεν είναι τόσο αισθητό.
Με όλα όσα προαναφέραμε, το gameplay του Shadow Warrior 3 γίνεται γρήγορα μονότονο και προβλέψιμο, με έναν ήρωα που δεν έχει και τίποτα να χάσει αλλά και τίποτα ουσιαστικό να κερδίσει. Η συνοχή αντικαθιστά την πολυπλοκότητα με τις αρένες να ακολουθούν τους ίδιους κανόνες και οι μάχες την ίδια ροή. Αν φτάσουμε και στο σημείο να έχουμε ξεκλειδώσει όλες τις ικανότητες και να έχουμε μάθει κάθε όπλο και κίνηση εκεί είναι που χάνεται και η πρόκληση σε σημείο που αρχίζει να μας περνάει η όρεξη να παίξουμε. Επιπλέον, όταν απουσιάζουν λειτουργίες όπως Challenge Levels, Survival Mods ή ακόμα και New Game Plus ή Chapter Selects, τότε τα κίνητρα για να ξαναπαίξουμε πέρα από achievement hunting δεν είναι αρκετά για να μας ξανατραβήξουν.

Η απόδοση του Shadow Warrior ήταν πάντα μια μαύρη σελίδα στην συλλογή της Devolver Digital, τουλάχιστον για τα πιο “μεσαίας κατηγορίας” συστήματα αλλά όπως όλα δείχνουν αυτό είναι κάτι που δεν ισχύει πλέον. Σε ένα σύστημα με επεξεργαστή AMD Ryzen 5 3800X, 32GB Ram (γνωρίζω πως δεν έχουμε όλοι 32GB εύκαιρα αλλά και με 8 είμαστε καλυμμένοι) και μια κάρτα γραφικών Nvidia GeForce GTX 1660 Super δεν αντιμετωπίσαμε κάποια ιδιαίτερη πτώση στα καρέα με υψηλές ρυθμίσεις. Τα γραφικά ήταν καθαρά, ο φωτισμός και τα εφέ αρκετά όμορφα και παρά το πλήθος των εχθρών στην οθόνη μας δεν υπήρχαν ιδιαίτερα προβλήματα.
Σε γενικές γραμμές, το Shadow Warrior 3 παρά το μέγεθός του δεν ήταν αρκετό για να μας εντυπωσιάσει ειδικά μετά τις κυκλοφορίες του προηγούμενου μήνα αλλά και του τωρινού. Οι πρώτες ώρες ήταν αρκετά ευχάριστες αλλά το σχετικά απλούστερο gameplay του, η εξιστόρηση, οι άστοχες ατάκες και το αδιάφορο σύστημα βελτιώσεων μαζί με την έλλειψη διαφορετικών modes ίσως να μην αποτελούν και το καλύτερο κίνητρο για πολλούς από εμάς.




