Το Death Howl είναι από εκείνα τα παιχνίδια που δεν κάνουν απαραίτητα μεγάλο θόρυβο πριν τα παίξεις, αλλά όσο περισσότερο χρόνο περνάς μαζί τους τόσο πιο έντονα γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα προσεγμένη και διαφορετική εμπειρία. Το ενδιαφέρον μου προκλήθηκε κυρίως από το ασυνήθιστο πάντρεμα δύο ειδών παιχνιδιών που σπάνια συναντιούνται. Από τη μία πλευρά υπάρχει η λογική των deck builder παιχνιδιών και από την άλλη έχουν ενσωματωθεί στοιχεία που θυμίζουν έντονα τη φιλοσοφία των soulslike.
Η ιδέα αυτή από μόνη της ήταν αρκετή για να μου κινήσει την περιέργεια. Αξίζει να αναφερθεί ότι μέχρι τώρα δεν είχε προηγηθεί ιδιαίτερη εμπειρία με deck builder παιχνίδια. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι το σύστημα καρτών συνδυάζεται με εξερεύνηση, μάχες και μια πιο απαιτητική δομή προόδου, έκανε το Death Howl να μοιάζει αρκετά διαφορετικό ώστε να του δοθεί μια ευκαιρία.
Και τελικά αυτή η επιλογή αποδείχθηκε σωστή.
Από τις πρώτες ώρες γίνεται ξεκάθαρο ότι στο παιχνίδι έχει δοθεί μεγάλη σημασία στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι μηχανισμοί. Η πρώτη περιοχή λειτουργεί ουσιαστικά ως εκτεταμένο tutorial μέσα από το οποίο εξηγείται σταδιακά η βασική λογική του παιχνιδιού. Οι κάρτες παρουσιάζονται μία προς μία, οι βασικές κινήσεις εξηγούνται με σαφήνεια και ο παίκτης καλείται να εξοικειωθεί με το σύστημα πριν αρχίσουν να προστίθενται περισσότερες επιλογές.

Η προσέγγιση αυτή βοηθά στο να γίνει κατανοητό το gameplay, όμως ταυτόχρονα δημιουργεί και μια μικρή παγίδα. Επειδή μεγάλο μέρος των πρώτων ωρών αφιερώνεται στην εκμάθηση των μηχανισμών, η πραγματική ποικιλία του παιχνιδιού δεν φαίνεται άμεσα. Σε εκείνο το σημείο μπορεί εύκολα να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι το gameplay είναι πιο περιορισμένο απ’ όσο τελικά αποδεικνύεται.
Για κάποιους παίκτες αυτό το πρώτο στάδιο ενδέχεται να λειτουργήσει αποθαρρυντικά.
Αν όμως ξεπεραστεί αυτή η αρχική φάση, το παιχνίδι αρχίζει να αποκαλύπτει τον πραγματικό του χαρακτήρα. Νέες κάρτες αποκτώνται, διαφορετικοί συνδυασμοί αρχίζουν να δοκιμάζονται και το σύστημα μάχης αποκτά όλο και μεγαλύτερο βάθος.
Το deck δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως μια συλλογή επιλογών. Σταδιακά μετατρέπεται σε βασικό εργαλείο στρατηγικής. Ο τρόπος με τον οποίο θα χτιστεί επηρεάζει άμεσα τον τρόπο που εξελίσσονται οι μάχες. Κάθε αναμέτρηση απαιτεί σκέψη, σωστό timing και κατανόηση των κινήσεων των αντιπάλων.
Σε αυτό το σημείο γίνεται εμφανές το στοιχείο που θυμίζει περισσότερο τα soulslike παιχνίδια. Η πρόοδος δεν χαρίζεται. Κατακτάται μέσα από δοκιμή, λάθη και σταδιακή βελτίωση. Κάθε μάχη λειτουργεί σαν μια μικρή πρόκληση που πρέπει να λυθεί μέσα από τις επιλογές των καρτών και τη σωστή διαχείριση των κινήσεων.
Κάπου εκεί είναι που γίνεται και το πραγματικό κλικ.
Το παιχνίδι αρχίζει να σε τραβά όλο και περισσότερο. Κάθε νέα κάρτα μπορεί να αλλάξει τον τρόπο παιχνιδιού, κάθε αναμέτρηση μπορεί να εξελιχθεί διαφορετικά και η αίσθηση της προόδου γίνεται ιδιαίτερα ικανοποιητική. Χωρίς να γίνει εύκολα αντιληπτό, οι ώρες αρχίζουν να περνούν και η επιθυμία για ακόμη μία προσπάθεια γίνεται όλο και πιο έντονη.

Ένα ακόμη στοιχείο που λειτουργεί υπέρ του παιχνιδιού είναι το πώς σταδιακά αυξάνεται η ποικιλία των επιλογών. Καθώς προχωρά η περιπέτεια, νέες κάρτες, ικανότητες και συνδυασμοί ξεκλειδώνονται, με αποτέλεσμα το deck να εξελίσσεται συνεχώς. Αυτό δίνει στο παιχνίδι έναν έντονο πειραματικό χαρακτήρα, αφού διαφορετικές προσεγγίσεις μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικά αποτελέσματα.
Η αισθητική του παιχνιδιού υπηρετεί πολύ καλά την ατμόσφαιρα που θέλει να δημιουργήσει. Το καλλιτεχνικό ύφος είναι μινιμαλιστικό και μελαγχολικό, κάτι που ταιριάζει με τη θεματολογία του ταξιδιού και της απώλειας που διατρέχει την ιστορία. Ο κόσμος παρουσιάζεται ήσυχα και διακριτικά, ενώ η αφήγηση δεν επιβάλλεται αλλά αποκαλύπτεται σταδιακά μέσα από την εξερεύνηση.
Το παιχνίδι δοκιμάστηκε στο Nintendo Switch 2, παρότι πρόκειται ουσιαστικά για την έκδοση του Nintendo Switch 1. Ακόμη κι έτσι, η εμπειρία ήταν άψογη. Δεν παρατηρήθηκαν τεχνικά προβλήματα, η απόδοση παρέμεινε σταθερή και το παιχνίδι λειτούργησε εξαιρετικά στο φορητό format της κονσόλας. Η φύση του gameplay ταιριάζει ιδανικά με μικρότερα sessions, κάτι που κάνει την έκδοση του Switch ιδιαίτερα βολική.
Ωστόσο, υπάρχουν και ορισμένα σημεία που μπορεί να δυσκολέψουν μερίδα παικτών. Το παιχνίδι μπορεί να γίνει αρκετά απαιτητικό, ιδιαίτερα όταν οι μάχες αρχίζουν να ζητούν πιο προσεκτικό σχεδιασμό των κινήσεων. Σε ορισμένες περιπτώσεις η δυσκολία μπορεί να φανεί απότομη, ειδικά αν το deck δεν έχει χτιστεί με τρόπο που να καλύπτει συγκεκριμένες καταστάσεις.
Παράλληλα, η ύπαρξη τυχαίων στοιχείων στις κάρτες και στα draws σημαίνει ότι κάποιες μάχες μπορεί να εξελιχθούν διαφορετικά από αυτό που είχε σχεδιαστεί. Για άλλους αυτό αποτελεί μέρος της στρατηγικής πρόκλησης, όμως για κάποιους μπορεί να δημιουργήσει στιγμές που μοιάζουν άδικες.
Το αρχικό κομμάτι της περιπέτειας παραμένει επίσης το πιο αδύναμο σημείο της εμπειρίας. Η αργή εισαγωγή των μηχανισμών μπορεί να δώσει την εντύπωση ότι το παιχνίδι κινείται πιο περιορισμένα απ’ όσο τελικά αποδεικνύεται όταν αρχίσει να ανοίγεται.
Όταν όμως το σύστημα αρχίσει να ξεδιπλώνεται πλήρως, γίνεται ξεκάθαρο ότι το παιχνίδι έχει πολύ περισσότερα να προσφέρει.
Και τότε είναι που δύσκολα αφήνεται.
Ευχαριστούμε την εκδότρια του τίτλου για την παραχώρηση του κωδικού για τις ανάγκες του Review.

