Υπάρχουν παιχνίδια που σηματοδότησαν είδη και εποχές, αλλά υπάρχουν και εκείνα που επιστρέφουν ανανεωμένα για για να μας θυμίσουν γιατί αγαπήθηκαν εξαρχής. Το Pac-Man World 2: Re-Pac ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Ύστερα από την επιτυχία του πρώτου remake, ήταν σχεδόν αναπόφευκτο πως η Bandai Namco θα έδινε και στη δεύτερη 3D περιπέτεια του Pac-Man την ευκαιρία να αναγεννηθεί. Τριάντα πέντε χρόνια μετά τη γέννηση του πιο εμβληματικού κύκλου στην ιστορία των video games και είκοσι σχεδόν από την αρχική κυκλοφορία του τίτλου, ο Pac-Man επιστρέφει πιο φρέσκος, λεπτομερής και ζωηρός από ποτέ.
Η ομάδα ανάπτυξης της Now Productions δεν περιορίστηκε σε μια απλή αισθητική ανανέωση, αφού από αυτά που είδαμε επιχείρησε μια ουσιαστική αναδόμηση, μεταφέροντας το πνεύμα της εποχής των PS2, GameCube και Xbox σε ένα σύγχρονο πλαίσιο που σέβεται το παρελθόν και έρχετια να μάθει σε μια νέα γενιά παικτών μερικά πιο κλασικά έργα.

Ένας καρτουνίστικος μύθος με σκοτεινές πινελιές
Η υπόθεση του Pac-Man World 2: Re-Pac μοιάζει να ξεπήδησε από κάποιο καρτούν, με μια γλυκιά ιστορία που παράλληλα περιέχει και σκοτεινές πινελιές που παραδόξως ταιριάζουν με την συνολική αισθητική. Ένα βράδυ, καθώς το Pac-Village κοιμάται γαλήνια, τα τέσσερα γνώριμα φαντασματάκια αποφασίζουν να κλέψουν τους χρυσούς καρπούς του ιερού δέντρου του χωριού. Η πράξη αυτή, όμως, απελευθερώνει άθελά τους μια αρχαία και σκοτεινή δύναμη, τον Spooky, τον βασιλιά των φαντασμάτων, ο οποίος επιστρέφει για να πάρει εκδίκηση από εκείνους που τον φυλάκισαν πριν πολλά χρόνια. Ο Pac-Man, πάντα με το γνωστό του χαμόγελο και τη χαρακτηριστική θετική ενέργεια, αναλαμβάνει να επαναφέρει την ισορροπία στο Pac-Land, συλλέγοντας ξανά τους χρυσούς καρπούς και φυλακίζοντας τον Spooky στην φυλακή του.
Η ιστορία δεν επιχειρεί να γίνει κάτι παραπάνω από ό,τι χρειάζεται. Δεν πρόκειται για κάποιο βαθύ σενάριο, ούτε επιχειρεί να συγκινήσει με ανατροπές. Είναι, όμως, απόλυτα λειτουργική, ευχάριστη και ταιριαστή στο ύφος του σύμπαντος του Pac-Man. Κρατά τον παίκτη δεμένο με έναν μύθο που είναι ταυτόχρονα απλός και νοσταλγικός, γεμάτος χιούμορ, ρυθμό και μια παιχνιδιάρικη ενέργεια που μόνο αυτή η σειρά μπορεί να αποδώσει.

Ρυθμός, ακρίβεια και η χαρά της κίνησης
Ο βασικός πυρήνας του Pac-Man World 2: Re-Pac περιστρέφεται γύρω από το gameplay του, με τις βελτιώσεις και τις αλλαγές να βρίσκονται στο επίκεντρο. Η αίσθηση της κίνησης του Pac-Man είναι εξαιρετικά ισορροπημένη. Η βαρύτητά του έχει το σωστό βάρος, το mid-air control δίνει ακριβή έλεγχο και το Rev Roll —ή διαφορετικά, το εμβληματικό spin dash— χαρίζει αυτή την αίσθηση ορμής που λείπει από τόσα σύγχρονα platformers. Ο τρόπος που «πιάνει» ο Pac-Man το έδαφος, η αμεσότητα των αντιδράσεων και η σταδιακή επιτάχυνση δημιουργούν μια αίσθηση δεξιοτεχνίας που επιβραβεύει την εξοικείωση και την εξερεύνηση δημιουργώντας έτσι μια γερή platforming εμπειρία.
Το Butt Bounce από μεριάς του επιστρέφει, αυτή τη φορά πιο στιβαρό και θεαματικό. Η νέα εκδοχή του, το Super Butt Bounce, προσθέτει μια διακριτική νότα στον συγχρονισμό των κινήσεών μας αφού εάν ο παίκτης πατήσει άλμα τη σωστή στιγμή, η πρόσκρουση απελευθερώνει ένα κύμα ενέργειας που ζαλίζει τους εχθρούς και εκτοξεύει τον Pac-Man ψηλότερα. Στις πιο προχωρημένες πίστες, αυτό γίνεται σχεδόν δεύτερη φύση. Το Flip Kick, από την άλλη, μεταμορφώθηκε σε ένα πιο ευέλικτο εργαλείο μάχης, επιτρέποντας ταχύτερη εξόντωση εχθρών και σπάσιμο κουτιών τόσο στο έδαφος όσο και στον αέρα.
Το κλασικό Pac-Dot Attack επιστρέφει ως επίθεση με projectiles, ένα ωραίο νεύμα στο παρελθόν, αν και η χρησιμότητά του παραμένει περιορισμένη, καθώς οι υπόλοιπες κινήσεις είναι πιο αποτελεσματικές. Αντίστοιχα, η προσθήκη του Flutter Jump βοηθά τους αρχάριους, χωρίς όμως να γίνεται ποτέ αναγκαία, χάρη στην ακρίβεια του βασικού χειρισμού.
Μια από τις πιο διακριτικές αλλά καλοδεχούμενες βελτιώσεις είναι ο οδηγός προσγείωσης. Ένας μικρός δείκτης εμφανίζει το σημείο όπου θα πατήσει ο Pac-Man, βελτιώνοντας αρκετά την ακρίβεια στα πιο απαιτητικά άλματα ή στα πιο δύσκολα σημεία. Συνδυασμένο με τη νέα, πλήρως ελεγχόμενη κάμερα, το αποτέλεσμα είναι ένα platforming σύγχρονης μορφής, χωρίς να χάνει την ψυχή της εποχής από την οποία προήλθε.

Φυσικά, δεν λείπουν τα Power-ups που με την σειρά τους δίνουν ρυθμό και φαντασία στην εμπειρία. Το Mega Pac-Man powerup μετατρέπει τον ήρωα σε έναν γιγάντιο, πεινασμένο τιτάνα που καταβροχθίζει φαντάσματα και εμπόδια. To Tiny Pac-Man, αντίθετα, τον κάνει μικροσκοπικό, ανοίγοντας μυστικά περάσματα και κρυφές διαδρομές. To Steel Ball Pac-Man προσθέτει βάρος και νέες φυσικές αλληλεπιδράσεις, ειδικά σε υδάτινα επίπεδα επιτρέποντάς μας να πηγαίνουμε στο βάθος για να μαζεύουμε αντικείμενα και συλλεκτικά στοιχεία.
Οι μεταμορφώσεις αυτές δεν υπάρχουν απλώς ως επίδειξη αφού προσφέρουν ρυθμικές εναλλαγές στο gameplay, αν και ορισμένες, όπως η μορφή του Tiny Pac-Man, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν περισσότερο. Κάθε κόσμος εισάγει επίσης νέους μηχανισμούς με το παγοδρόμιο, τα τμήματα κολύμβησης, ακόμα και πεδία για ρολάρισμα να θυμίζουν δειλά-δειλά τις arcade εποχές. Καμία ιδέα δεν μένει περισσότερο απ’ όσο πρέπει καθώς όλα εξυπηρετούν τη ροή και τη διασκέδαση, δίνοντας σε κάθε περιοχή ξεχωριστή ταυτότητα.

Αν υπάρχει ένα σημείο όπου το remake δείχνει τις αλλαγές του, αυτό είναι οι μάχες με τα αφεντικά. Στην αρχική έκδοση, μόνο το πρώτο boss είχε πρωτότυπο σχεδιασμό, ενώ τα υπόλοιπα ανακυκλώνονταν. Πλέον, κάθε φάντασμα μάχεται μέσα σε ένα μοναδικό μηχανικό θηρίο, εμπνευσμένο από ζώα, με ξεχωριστές επιθέσεις και μοτίβα. Αυτές οι αναμετρήσεις είναι τόσο οπτικά εντυπωσιακές όσο παράλληλα αποτελούν μικρές παραστάσεις δημιουργικότητας, με ρυθμό, ένταση και χιούμορ. Το finale ανεβάζει τον πήχη, παραδίδοντας μια μάχη πραγματικά επική, έστω κι αν η δυσκολία αγγίζει οριακά επίπεδα τιμωρίας – ειδικά την στιγμή που το υπόλοιπο A.I. είναι πραγματικά για…παιδιά. Παρ’ όλα αυτά, το συναίσθημα επιβράβευσης όταν τελικά επικρατούμε είναι ανεκτίμητο.
Ένας ζωντανός κόσμος
Το Pac-Village δεν είναι πλέον το βασικό hub για να διαλέγουμε μόνο επίπεδα αφού πρόκειται για έναν πλήρως διαδραστικό κόμβο. Εδώ, κάθε πρόοδος που σημειώνουμε αποτυπώνεται οπτικά. Συγκεκριμένα, καθώς ο Pac-Man συλλέγει τους χρυσούς καρπούς, το χωριό αναγεννιέται, γεμίζοντας χρώμα και ζωή. Οι συλλεκτικοί καρποί ξεκλειδώνουν θησαυροφυλάκια που περιέχουν gashapon φιγούρες ή Galaxians, τα οποία ανοίγουν πρόσβαση σε μίνι λαβύρινθους στο τοπικό arcade.
Το arcade, μαζί με το νέο σύστημα αποστολών, δημιουργούν έναν κύκλο επανάληψης. Μπορούμε να επιστρέφουμε σε προηγούμενα επίπεδα για time trials challenges, να ξεκλειδώσουμε κοστούμια και να επεκτείνουμε ή να αλλάξουμε την συνολική εμφάνιση του χωριού. Επιπλέον, η προσθήκη δύο παικτών, όπου ένας δεύτερος ελέγχει ένα drone που συλλέγει αντικείμενα και επιτίθεται από απόσταση, είναι ένα έξυπνο άγγιγμα συνεργασίας, ιδανικό για οικογένειες και νεότερους παίκτες. Για όσους θέλουν κάτι ακόμα πιο χαλαρό, υπάρχει και το Fairy Mode, που προσθέτει πλατφόρμες και αθανασία, καθιστώντας το παιχνίδι προσιτό χωρίς να θυσιάζει τη μαγεία του.
Με όλα τα παραπάνω, καταλαβαίνουμε αμέσως πως το Re-Pac φαίνεται να επηρεάζεται από πολλά παλιά και νεότερα παιχνίδια του είδους με τις βασικότερες επιρροές να εντοπίζονται στο Crash Bandicoot 4, το πρόσφατο Kirby and the Forgotten Land και, φυσικά, το Super Mario Odyssey.

Κίτρινο, κόκκινο, μπλέ & πράσινο
H ανανέωση του Pac-Man World 2: Re-Pac αναδεικνύεται από την εξίσου ανανεωμένη μηχανή γραφικών που αποτυπώνει έναν κόσμο γεμάτο χρώμα, βάθος και ευκρίνεια. Τα μοντέλα είναι στρογγυλά, καθαρά και γεμάτα προσωπικότητα, τα περιβάλλοντα αποπνέουν την δική τους ζωντάνια όμως τα εφέ φωτισμού αφήνουν να ζητάμε το κάτι παραπάνω μιας και προσπαθούν να πετύχουν μια σχεδόν κινηματογραφική ατμόσφαιρα χωρίς όμως να καλύπτουν την καρτουνίστικη φύση των χαρακτήρων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργείται ένας συνδυασμός που δεν είναι ιδιαίτερα ταιριαστός, τουλάχιστον στο μάτι.
Τα φαντάσματα διαθέτουν νέους, μοντέρνους σχεδιασμούς που σέβονται την αισθητική κληρονομιά τους και η λεπτομέρεια στις κινήσεις του Pac-Man, η έκφραση στο πρόσωπό του και η αίσθηση ελαστικότητας στη φυσική του σώματος κάνουν κάθε άλμα και κάθε κίνηση μια ευχάριστη νότα. Αν υπάρχει ένα μικρό μελανό σημείο, αυτό βρίσκεται στα cutscenes, τα οποία παραμένουν κάπως άκαμπτα και στατικά, στερούμενα της ίδιας ζωντάνιας που εκπέμπει το gameplay. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική εικόνα παραμένει εντυπωσιακή, ειδικά στις κονσόλες νέας γενιάς.

Νοσταλγία με μοντέρνα μίξη
Η μουσική του Pac-Man World 2 ήταν πάντα ένα από τα δυνατότερά του χαρακτηριστικά και το remake φαίνεται να την αντιμετωπίζει με την προσοχή που της αξίζει. Οι ενορχηστρώσεις διατηρούν τον ίδιο ρυθμό και θεματικό μοτίβο, αλλά η ηχογράφηση είναι πλέον καθαρότερη, με μοντέρνα μίξη που αναδεικνύει τη μελωδία χωρίς να αλλοιώνει τη ρετρό ταυτότητα. Το βασικό θέμα επαναλαμβάνεται συχνά, όμως η ενεργητική του διάθεση δεν κουράζει ποτέ.
Η ηχητική ταυτότητα συμπληρώνεται από το άρτιο voice acting. Η ερμηνεία του Martin T. Sherman είναι ζεστή, ευδιάθετη και απόλυτα ταιριαστή με την αισιοδοξία του χαρακτήρα. Αντίθετα, τα υπόλοιπα φωνητικά μέρη είναι πιο απλά, με διάλογους που ίσως να ήθελαν λίγο περισσότερη προσοχή και καλύτερη σκηνοθεσία.

Συνοψίζοντας
Το Pac-Man World 2: Re-Pac είναι μια ευχάριστη επιστροφή ενός αγαπημένου χαρακτήρα. Μπορεί να μην έχει τις βαρυσήμαντες προσθήκες που βλέπουμε σε άλλα αντίστοιχα Remakes είναι όμως αρκετό για να μας κρατήσει παρέα όσο περιμένουμε κάποιο άλλο παιχνίδι ή για τους λάτρεις του είδους. Η μίξη της αρχικής φόρμουλας με προσθήκες από νεώτερες επιρροές βοηθούν τον τίτλο να αναδειχθεί και να μας αφήσει γενικά ευχαριστημένους με αυτό που προσφέρεται, ειδικά όταν το platforming είναι τόσο διασκεδαστικό.
Σφαιρικά (see what we did there?), ο τίτλος συνδυάζει διασκέδαση, δεξιοτεχνία και καρδιά θυμίζοντάς μας γιατί αγαπήσαμε αυτό το είδος και το gaming γενικότερα. Πρόκειται όμως για ένα παιχνίδι που απευθύνεται τόσο σε όσους είχαν παίξει το πρώτο αλλά και σε ένα νεότερο κοινό που αρέσκεται σε τέτοιου είδους εμπειρίες – και είναι εμπειρία που αξίζει μια ματιά.
Ευχαριστούμε την Bandai Namco για την παραχώρηση του Review Code.


