Cladun X3 | The Review

Γράφει ο/η Press Room

Το PSP ήταν μια τολμηρή φορητή κονσόλα. Σε μια εποχή που η Nintendo “θέριζε” με το Nintendo DS και γενικά ήταν η κυρίαρχος στον χώρο του portable gaming, η Sony αποφάσισε να πάει κόντρα και να βγάλει ένα σύστημα που εντυπωσίασε αλλά δεν κατάφερε να καταγράψει τις απαραίτητες πωλήσεις. Η καινοτομία αυτής της κονσόλας όμως βοήθησε την εταιρεία να διανέμει φανταστικούς και διασκεδαστικούς τίτλους, ενώ άλλες ομάδες ανάπτυξης βοήθησαν με τη σειρά τους με εξίσου διασκεδαστικά παιχνίδια.

Ένα τέτοιο παιχνίδι ήταν το Cladun της NIS America που μας έφερε έναν κόσμο που πατούσε γερά στη νοσταλγία των κλασικών 8-bit RPG, με έντονη ρετρό αισθητική και pixel art σχεδιασμό που παραπέμπει άμεσα στις πρώτες εποχές των Action RPG. Τα διάφορα επίπεδα βασίζονταν γύρω από μικρά, γεμάτα παγίδες και εχθρούς dungeons, τα οποία μας καλούσαν σε συνεχείς απόπειρες βελτίωσης του χρόνου και της απόδοσής μας. Ο ρυθμός ήταν γρήγορος και η αίσθηση της προόδου άμεση, ενώ το gameplay πλαισιωνόταν από μια πληθώρα επιλογών στην παραμετροποίηση χαρακτήρων, που μας ενθαρρύνει να πειραματιστούμε με διαφορετικές στρατηγικές και ρόλους.

Πέρα από το gameplay, η ατμόσφαιρα του Cladun ενισχύεται από το ιδιόρρυθμο χιούμορ και τους ιδιαίτερους NPCs που συναντάμε, δίνοντας την εντύπωση ενός κόσμου που συνδυάζει το κωμικό με το μυστηριώδες. Στο επίκεντρο όμως βρισκόταν η δυνατότητα να σχεδιάζουμε οι ίδιοι την εμφάνιση των χαρακτήρων μας μέσω ενός λεπτομερούς sprite editor, που συνδυαζόταν με άλλα πλούσια customization εργαλεία, δημιουργώντας ένα έντονα προσωπικό στοιχείο στην εμπειρία. Η προσωπική πινελιά μας στον κόσμο του παιχνιδιού βοηθούσε να διαμορφωθεί μια ιδιαίτερη συνταγή, με κάθε dungeon run να μας ανταμείβει με άπειρο loot, αλλά και μια εμπειρία όπου η δημιουργικότητα και η προσαρμοστικότητα παίζουν καθοριστικό ρόλο.

Το gameplay της σειράς βασίζεται σε σύστημα μάχης σε πραγματικό χρόνο, το οποίο με τη σειρά του βασίζεται στη γρήγορη κίνηση και την αποφυγή επιθέσεων, παράλληλα με την προσεκτική επιλογή όπλων και ικανοτήτων. Οι παίκτες έχουν στη διάθεσή τους μια ευρεία γκάμα εξοπλισμού – από ξίφη και τσεκούρια μέχρι μαγικά βιβλία – που διαφοροποιούν τον τρόπο προσέγγισης της κάθε μάχης.

Το στοιχείο που ξεχωρίζει είναι το “Magic Circle” σύστημα, μια μοναδική διάταξη υποστηρικτικών χαρακτήρων γύρω από τον βασικό ήρωα, οι οποίοι παρέχουν buffs, δεξιότητες και έξτρα ζωή, αλλά ταυτόχρονα απορροφούν μέρος της ζημιάς και λειτουργούν ως μια νοητή πανοπλία στον βασικό μας χαρακτήρα. Έτσι, δημιουργώντας ή στρατολογώντας χαρακτήρες μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις κλάσεις τους και τα στατιστικά τους για να ενισχύσουμε τα δικά μας, με αποτέλεσμα να εστιάζουμε και στη στρατηγική τοποθέτηση στους μαγικούς κύκλους, επιτρέποντάς μας να πειραματιστούμε με διαφορετικούς σχηματισμούς για να προσαρμοστούμε στις εκάστοτε προκλήσεις.

Το Cladun προσφέρει και άλλα συστήματα που ενισχύουν τη διάρκεια και το βάθος του. Τα dungeons έχουν συχνά τυχαία roguelike δομή, με μυστικά μονοπάτια, παγίδες και θησαυρούς που κρατούν το ενδιαφέρον ζωντανό, ενώ παράλληλα υπάρχει ένα ιδιαίτερο leveling σύστημα, σύστημα συλλογής loot και βελτίωσης εξοπλισμού που μας επιτρέπει να χτίσουμε σταδιακά τον ιδανικό μας ήρωα. Στον πυρήνα του, το gameplay περιστρέφεται γύρω από την επανάληψη και την ασταμάτητη βελτίωση, ενώ ακολουθεί μια υποτυπώδη ιστορία που απλά μας σπρώχνει παραπέρα. Όλη η φόρμουλα όμως, θα μας θυμίσει κάλιστα διάφορα roguelike, αφού ο βασικός μας στόχος είναι να βρούμε ολοένα και καλύτερο loot και να ανεβάσουμε τα στατιστικά μας σε εξωφρενικά επίπεδα.

Γενικότερα, η σειρά έχει το δικό της μικρό αλλά αφοσιωμένο κοινό στη Δύση, ωστόσο κάθε νέο της κεφάλαιο εξακολουθεί να έχει τη δική του ξεχωριστή ταυτότητα. Το Cladun X3, ο νεότερος τίτλος της σειράς, αποτελεί το τέταρτο παιχνίδι και έρχεται αρκετά χρόνια μετά το τελευταίο, δημιουργώντας την απορία αν οι βασικοί μηχανισμοί έχουν προσαρμοστεί για πιο σύγχρονα συστήματα.

Από τα πρώτα μόλις λεπτά θα καταλάβουμε πως το παιχνίδι παραμένει πιστό στο παρελθόν του. Επικεντρώνει ξανά στην περιπέτεια, συγκεντρώνει τα καλύτερα στοιχεία των προηγούμενων τίτλων και τα παρουσιάζει σε πιο προσιτή μορφή. Η ιστορία αυτήν τη φορά λαμβάνει περισσότερη προσοχή, με τον ήρωα μας να ξυπνά στη γη του Arcanius Cella και να συμμετέχει σε ένα ιδιότυπο “death game” ανάμεσα σε κακοποιούς. Οι χαρακτήρες, είτε είναι περιπλανώμενοι ξιφομάχοι είτε κρυφοί ήρωες, παρουσιάζονται μέσα από σύντομα κωμικά σκετσάκια που δίνουν γοητεία και ρυθμό στην αφήγηση, ενώ οι ατάκες δεν διστάζουν να σατιρίσουν την ίδια τη δομή του παιχνιδιού.

Η πρόοδος βασίζεται ξανά στην ολοκλήρωση dungeons, τα οποία αυτή τη φορά είναι προσεκτικά σχεδιασμένα και όχι τυχαία παραγόμενα. Η διάρκεια κάθε μπουντρουμιού είναι μικρή, επιτρέποντας γρήγορες συνεδρίες, ενώ η ροή είναι πιο καθαρή και φιλική προς τον παίκτη σε σχέση με τα προηγούμενα κεφάλαια. Το παιχνίδι μας δίνει εύκολα κατανοητές οδηγίες για τους μηχανισμούς μάχης και παραμετροποίησης, χωρίς να μας αφήνει να χαθούμε σε περίπλοκες λεπτομέρειες.

Το customization μαζί με το Magic Circle παραμένουν βασικό κομμάτι του τίτλου, επιτρέποντας όχι μόνο τη δημιουργία χαρακτήρων μέσα από έναν sprite editor, αλλά και την παραμετροποίηση εξοπλισμού και αντικειμένων. Η πόλη λειτουργεί ως κέντρο δραστηριοτήτων, όπου μπορούμε να αλληλεπιδράσουμε με NPCs, να αναβαθμίσουμε όπλα και να αξιοποιήσουμε το loot που συγκεντρώνουμε. Τα αντικείμενα μπορεί αρχικά να φαίνονται υπερβολικά πολλά, αλλά με τον καιρό γίνεται ξεκάθαρο ποια έχουν αξία για το Magic Circle και ποια βελτιώνουν τις μάχες σε εξωφρενικά επίπεδα.

Το gameplay παραμένει το πιο ελκυστικό και διασκεδαστικό κομμάτι του τίτλου, ωστόσο η συνολική εμπειρία επισκιάζεται από ορισμένα αδύναμα σημεία. Ιδιαίτερα η παρουσίαση και τα γραφικά, που σε παλαιότερες δουλειές ξεχώριζαν αμέσως, εδώ αφήνουν την αίσθηση ότι θα μπορούσαν να προσφέρουν περισσότερα. Το pixel art εξακολουθεί να αποτελεί τη βάση για τον κόσμο και τους χαρακτήρες, όμως αυτή τη φορά οι ασυνέπειες είναι εμφανείς. Ο σχεδιασμός του περιβάλλοντος παραπέμπει σε σύγχρονα pixelated dungeon crawlers, με σκιάσεις και λεπτομέρειες που γοητεύουν, αλλά η ίδια φροντίδα δεν έχει δοθεί στους NPCs και στους playable χαρακτήρες. Αυτοί εμφανίζονται με πιο επίπεδα χρώματα, χωρίς σκιάσεις που να εναρμονίζονται με τον κόσμο γύρω τους, ενώ τα έντονα outlines τους κάνουν να δείχνουν «εκτός τόπου».

Ένα ακόμη μικρό παράπονο αφορά τον τρόπο παρουσίασης των πληροφοριών και το ίδιο το U.I. του παιχνιδιού. Είναι φανερό ότι αντλεί έμπνευση από τα Action RPG του παρελθόντος, με απλά πλαίσια και βασικά στοιχεία, όπως η μπάρα υγείας, οι επιθέσεις ή τα διαθέσιμα αντικείμενα. Ωστόσο, εδώ η απλότητα αγγίζει τα όρια της προχειρότητας, ενισχύοντας το αίσθημα της ασυνέπειας – ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε πιο δημιουργικά και ελκυστικά παραδείγματα σχεδιασμού UI.

Η γραφική απλότητα όμως αποτυπώνεται καλύτερα στην απόδοση. Το Cladun X3 στο Nintendo Switch αποδίδει ικανοποιητικά, με την εμπειρία να παραμένει σταθερή και χωρίς αισθητές θυσίες στην απόδοση. Η παρουσίαση του, του επιτρέπει να λειτουργεί ομαλά ακόμα και στο αρχικό hardware της κονσόλας. Δεν υπάρχουν σημαντικά κολλήματα ή τεχνικά ζητήματα που να επηρεάζουν το gameplay, ενώ η αίσθηση είναι ότι ο τίτλος “κουμπώνει” φυσικά στις δυνατότητες του Switch, πιθανότατα στοχεύοντας σε σταθερό ρυθμό καρέ γύρω στα 30 fps.

Στο Nintendo Switch 2, η εικόνα παραμένει αντίστοιχα θετική, με το παιχνίδι να τρέχει χωρίς προβλήματα και σε υψηλότερη ομαλότητα με εμπειρία στα 60 fps. Η συμπεριφορά μπορεί να χαρακτηριστεί ως συνεπής με εκείνη στο πρώτο Switch, χωρίς ειδικές τεχνικές αναβαθμίσεις ή πρόσθετα χαρακτηριστικά, αλλά η ισχυρότερη πλατφόρμα φαίνεται να του προσφέρει μια πιο “καθαρή” και ομαλή εκτέλεση.

Συνοψίζοντας, το Cladun X3 αποτελεί μια νοσταλγική αλλά ταυτόχρονα προσιτή Action RPG εμπειρία, που κρατά ζωντανά τα καλύτερα στοιχεία της σειράς. Συνδυάζει γρήγορο gameplay, δομημένα dungeons με roguelike στοιχεία, πλούσιο customization χαρακτήρων και το ακόμα καινοτόμο Magic Circle σύστημα, προσφέροντας ταυτόχρονα στρατηγικό βάθος και αίσθηση προσωπικής συμμετοχής στον κόσμο του παιχνιδιού.

Παρά τις μικρές αδυναμίες στα γραφικά, το UI και την παρουσίαση χαρακτήρων, το παιχνίδι παραμένει διασκεδαστικό και εθιστικό, ενώ η απόδοση στις κονσόλες είναι σταθερή και ομαλή, επιτρέποντας μια άνετη εμπειρία χωρίς τεχνικά προβλήματα.

You may also like